Μεγαλώνοντας Ελεύθερα Παιδιά σε μια Εποχή Χωρίς Όρια

Μήπως μπερδέψαμε την ελευθερία με την απουσία ορίων;

Υπάρχουν στιγμές που κοιτάζω ένα παιδί σήμερα και αναρωτιέμαι:

Είναι πραγματικά πιο ελεύθερο από όσο ήμασταν εμείς ή απλώς έχει περισσότερες επιλογές και λιγότερα σημεία αναφοράς;

Μεγάλωσα σε μια εντελώς διαφορετική εποχή.

Στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα στις τσέπες μας. Δεν υπήρχε Instagram, TikTok, stories, followers και likes. Κανείς δεν γνώριζε ανά πάσα στιγμή πού βρισκόμασταν, τι φάγαμε, με ποιον βγήκαμε, τι φορούσαμε και αν εκείνο το βράδυ περάσαμε καλά.

Και ίσως ακριβώς επειδή δεν χρειαζόταν να το δείξουμε, το ζούσαμε διαφορετικά.

Δεν φωτογραφίζαμε το πιάτο πριν φάμε.

Τρώγαμε.

Δεν σηκώναμε το κινητό μπροστά από το ηλιοβασίλεμα.

Το κοιτούσαμε.

Δεν ανεβάζαμε μια παρέα για να φανεί ότι έχουμε φίλους.

Ήμασταν με τους φίλους μας.

Δεν χρειαζόταν να αποδείξουμε στους άλλους ότι περνάμε καλά.

Έπρεπε απλώς να περάσουμε καλά.

Δεν γράφω όλα αυτά επειδή θεωρώ ότι η δική μας γενιά ήταν καλύτερη.

Δεν ήταν.

Κάναμε λάθη. Μαλώναμε. Αντιδρούσαμε στους γονείς μας. Υπήρχε bullying που πολλές φορές κανείς δεν αναγνώριζε. Υπήρχαν υπερβολικά αυστηρές οικογένειες, παιδιά που φοβούνταν να μιλήσουν και συναισθήματα που κρύβονταν επειδή κανείς δεν μας είχε μάθει να τα εκφράζουμε.

Δεν χρειάζεται λοιπόν να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν για να παραδεχτούμε ότι η παιδική ηλικία άλλαξε δραματικά.

Και αυτό είναι που με προβληματίζει.

Είχαμε λιγότερα, αλλά ίσως ζούσαμε περισσότερο

Βγαίναμε από το σπίτι.

Συναντούσαμε τους φίλους μας στην πλατεία, στον δρόμο, στην αλάνα.

Παίζαμε.

Τρέχαμε.

Κάναμε ποδήλατο.

Πέφταμε.

Χτυπούσαμε.

Μαλώναμε.

Τα ξαναβρίσκαμε.

Κάποιες φορές χάναμε.

Κάποιες φορές μας έλεγαν «όχι».

Κάποιες φορές κανείς δεν μας διάλεγε στην ομάδα.

Δεν έμπαινε αμέσως ένας ενήλικος ανάμεσά μας για να διορθώσει κάθε δυσάρεστο συναίσθημα.

Και βέβαια βαριόμασταν.

Σήμερα καταλαβαίνω πόσο σημαντική ήταν ακόμη και αυτή η βαρεμάρα.

Γιατί η βαρεμάρα ανάγκαζε το παιδί να δημιουργήσει.

«Τι θα κάνουμε τώρα;»

Έπρεπε να σκεφτούμε.

Να ψάξουμε.

Να εφεύρουμε παιχνίδι.

Να βρούμε κάποιον.

Να κινηθούμε.

Σήμερα, πολλές φορές, πριν προλάβει να γεννηθεί η βαρεμάρα, το δάχτυλο έχει ήδη κάνει swipe.

Ένα βίντεο.

Άλλο ένα.

Άλλο ένα.

Και άλλο ένα.

Το παιδί δεν χρειάζεται πλέον να ψάξει το επόμενο ερέθισμα.

Το επόμενο ερέθισμα ψάχνει εκείνο.

Και αυτή είναι μια τεράστια αλλαγή.

Κάποτε κυνηγούσαμε τη ζωή. Σήμερα η ζωή έρχεται στην οθόνη μας.

Αν ήθελες να γνωρίσεις κάποιον, έπρεπε κάποια στιγμή να τον πλησιάσεις.

Αν σου άρεσε ένα κορίτσι ή ένα αγόρι, έπρεπε να εκτεθείς.

Να μιλήσεις.

Να κομπιάσεις.

Να κοκκινίσεις.

Να κάνεις λάθος.

Ίσως να ακούσεις και ένα «όχι».

Δεν υπήρχε unfollow.

Δεν υπήρχε «είδε το μήνυμα και δεν απάντησε».

Δεν υπήρχε η δυνατότητα να παρακολουθείς την καθημερινότητα του άλλου χωρίς ουσιαστικά να είσαι μέρος της.

Σήμερα μια ολόκληρη σχέση μπορεί να αρχίσει μέσα από μία οθόνη.

Ποιος ακολούθησε ποιον.

Ποιος έκανε like.

Ποιος είδε το story.

Γιατί δεν απάντησε.

Γιατί απάντησε μετά από δύο ώρες.

Γιατί ανέβασε αυτό.

Για ποιον το ανέβασε.

Ποιος άφησε ποιον στο διαβάστηκε.

Η ψηφιακή επικοινωνία είναι πραγματική επικοινωνία. Δεν θέλω να την απαξιώσω. Για τους σημερινούς εφήβους αποτελεί φυσικό κομμάτι της κοινωνικής τους ζωής και μπορεί να προσφέρει σύνδεση, δημιουργικότητα και αίσθημα του ανήκειν.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαδικτυακή εικόνα αντικαθιστά την πραγματική σχέση.

Όταν γνωρίζω περισσότερο το προφίλ σου από εσένα.

Όταν μπορώ να επικοινωνήσω εξαιρετικά με μηνύματα, αλλά δυσκολεύομαι να καθίσω απέναντί σου και να σε κοιτάξω στα μάτια.

Όταν η απόρριψη ενός μηνύματος γίνεται μεγαλύτερη από την πραγματικότητα.

Όταν η αξία μου αρχίζει να εξαρτάται από την ψηφιακή αντίδραση των άλλων.

Η επιστημονική εικόνα είναι πιο σύνθετη από το «τα social κάνουν κακό». Η επίδρασή τους εξαρτάται από το παιδί, το περιεχόμενο, τον τρόπο χρήσης και το περιβάλλον του. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ιδιαίτερα στην εφηβεία χρειάζονται συζήτηση, εκπαίδευση, επίβλεψη κατάλληλη για την ηλικία και όρια ώστε η χρήση να μην εκτοπίζει τον ύπνο, τη φυσική δραστηριότητα και τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις. (APA⁠)

Από το «ποιος είμαι» περάσαμε εύκολα στο «πώς φαίνομαι»

Αυτό ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής.

Το «αρέσω» σήμερα μπορεί να μετρηθεί.

Likes.

Followers.

Views.

Σχόλια.

Και ένα παιδί μπορεί χωρίς να το καταλάβει να αρχίσει να μετρά με τον ίδιο τρόπο και την προσωπική του αξία.

Ένα κορίτσι μπορεί να αισθανθεί ότι πρέπει να μεγαλώσει πριν την ώρα του.

Να αλλάξει την εικόνα του.

Να βάλει βλεφαρίδες.

Να χρησιμοποιήσει φίλτρα.

Να ψάξει την τέλεια γωνία.

Να δείξει περισσότερο.

Όχι επειδή υπάρχει κάτι κακό στο μακιγιάζ ή στην περιποίηση.

Το πρόβλημα δεν είναι η βλεφαρίδα.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν πίσω από αυτήν κρύβεται το μήνυμα:

«Χρειάζομαι να με κοιτάξουν για να αισθανθώ ότι αξίζω.»

Και στα αγόρια το ίδιο φαινόμενο μπορεί να πάρει διαφορετική μορφή.

Το σώμα.

Οι μύες.

Τα χρήματα.

Οι μάρκες.

Το αυτοκίνητο.

Η μηχανή.

Η σκληρή εικόνα.

Η ανάγκη να φαίνομαι κυρίαρχος, ατρόμητος, ισχυρός.

Και αναρωτιέμαι:

Ποιος μιλά σήμερα στα παιδιά αρκετά συχνά για εκείνο που δεν φωτογραφίζεται;

Για τον χαρακτήρα.

Για την ενσυναίσθηση.

Για την αξιοπρέπεια.

Για την αυτοκυριαρχία.

Για τη συνέπεια.

Για την καλοσύνη όταν κανείς δεν κοιτάζει.

Για την ικανότητα να παραμένεις άνθρωπος ακόμη κι όταν δεν πρόκειται να πάρεις ούτε ένα like γι’ αυτό.

Και κάπου εκεί εμφανίστηκε μία ακόμη μεγάλη λέξη: «εφηβεία»

Ακούω γονείς. 

Όχι έναν.

Πολλούς.

«Δεν μπορώ να συνεννοηθώ μαζί του.»

«Ό,τι και να πω αντιδρά.»

«Της ζητάω κάτι και πάντα μου λέει “αργότερα”.»

«Δεν βοηθά καθόλου στο σπίτι.»

«Μου μιλάει με τρόπο που δεν μπορώ να δεχτώ.»

«Κοιμάται τα ξημερώματα.»

«Είναι συνέχεια στο κινητό.»

«Κάθε συζήτηση καταλήγει σε καβγά.»

«Έχω κουραστεί να μαλώνω.»

Και στο τέλος ακούω:

«Εφηβεία είναι… θα περάσει.»

Βεβαίως είναι εφηβεία.

Η εφηβεία είναι περίοδος αναζήτησης ταυτότητας, αυξανόμενης ανάγκης για ανεξαρτησία, μεγαλύτερης σημασίας της παρέας και έντονων σωματικών και συναισθηματικών αλλαγών.

Αλλά έχω αρχίσει να φοβάμαι μήπως χρησιμοποιούμε κάποιες φορές τη λέξη «εφηβεία» για να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε κάτι δυσκολότερο.

Γιατί άλλο εφηβεία και άλλο απουσία κάθε ορίου.

Άλλο:

«Διαφωνώ μαζί σου.»

Και άλλο:

«Μπορώ να σε προσβάλλω.»

Άλλο:

«Χρειάζομαι περισσότερο προσωπικό χώρο.»

Και άλλο:

«Δεν έχω καμία υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους ζω.»

Άλλο:

«Θέλω να αποφασίζω περισσότερο για τη ζωή μου.»

Και άλλο:

«Κανείς δεν μπορεί να μου ζητήσει τίποτα.»

Η ενηλικίωση δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται τα όρια.

Σημαίνει ότι κάποια στιγμή μαθαίνω να τα βάζω μόνος μου.

Η ελευθερία δεν είναι απουσία ορίων.

Εδώ πιστεύω ότι ως κοινωνία μπερδευτήκαμε.

Προηγούμενες γενιές μεγάλωσαν παιδιά με υπερβολική αυστηρότητα.

Με φόβο.

Με «θα κάνεις αυτό επειδή το λέω εγώ».

Με τιμωρίες που πολλές φορές δεν είχαν καμία παιδαγωγική αξία.

Και ευτυχώς προχωρήσαμε.

Μάθαμε περισσότερα για την ψυχολογία του παιδιού.

Μάθαμε ότι πρέπει να ακούμε.

Να σεβόμαστε.

Να εξηγούμε.

Να μην ταπεινώνουμε.

Να μην χτυπάμε.

Να μην πληγώνουμε ένα παιδί για να το «συνετίσουμε».

Όμως αναρωτιέμαι μήπως, στην προσπάθειά μας να μη γίνουμε οι υπερβολικά αυστηροί γονείς του παρελθόντος, κάποιοι από εμάς φτάσαμε στο άλλο άκρο.

Μήπως αρχίσαμε να φοβόμαστε το «όχι».

Μήπως φοβόμαστε ότι ένα παιδί θα στενοχωρηθεί.

Ότι θα θυμώσει μαζί μας.

Ότι θα μας πει πως δεν το καταλαβαίνουμε.

Ότι θα απομακρυνθεί.

Ότι θα του δημιουργήσουμε «ψυχολογικά».

Και έτσι, λίγο λίγο, αρχίζει μια οικογένεια να προσαρμόζεται στην αντίδραση του παιδιού.

«Άσ’ το τώρα, θα γκρινιάξει.»

«Δεν πειράζει, θα το κάνω εγώ.»

«Μην του πάρεις το κινητό, θα γίνει χαμός.»

«Άφησέ την, μην τσακωθούμε πάλι.»

Καταλαβαίνω απόλυτα τον κουρασμένο γονέα.

Υπάρχουν γονείς που έχουν φτάσει σε σημείο να μην έχουν άλλη δύναμη για σύγκρουση.

Όμως υπάρχει μια παγίδα.

Όταν κάθε έντονη αντίδραση κάνει το όριο να εξαφανίζεται, το παιδί μπορεί χωρίς καν να το σχεδιάζει συνειδητά να μαθαίνει:

«Αν αντιδράσω αρκετά, τελικά δεν χρειάζεται να το κάνω.»

Και τότε το πρόβλημα μεγαλώνει.

Δεν χρειάζεται περισσότερη φωνή.

Χρειάζεται περισσότερη συνέπεια.

Το όριο δεν είναι απόρριψη

Θέλω να το γράψω όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ.

Το “όχι” δεν σημαίνει “δεν σε αγαπώ”.

«Κλείνουμε τα κινητά στο τραπέζι.»

Δεν σημαίνει καταπίεση.

«Έχεις μία συγκεκριμένη ευθύνη μέσα στο σπίτι.»

Δεν σημαίνει εκμετάλλευση.

«Θέλω να ξέρω πού βρίσκεσαι και τι ώρα θα επιστρέψεις.»

Δεν σημαίνει ότι δεν σε εμπιστεύομαι ως άνθρωπο.

«Δεν αποδέχομαι να μου μιλάς προσβλητικά.»

Δεν σημαίνει ότι δεν έχεις δικαίωμα να θυμώνεις.

Οι έφηβοι χρειάζονται περισσότερη αυτονομία όσο μεγαλώνουν. Χρειάζονται όμως επίσης ενήλικες που γνωρίζουν πού βρίσκονται, με ποιους είναι, που θέτουν σαφείς προσδοκίες και που παραμένουν διαθέσιμοι να τους ακούσουν. Το CDC επισημαίνει ότι η γονεϊκή παρακολούθηση λειτουργεί καλύτερα όταν συνδυάζεται με ανοιχτή, υποστηρικτική σχέση και δίκαιη, συνεπή εφαρμογή των συμφωνημένων κανόνων. (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων⁠)

Το όριο λοιπόν δεν είναι τοίχος.

Είναι προστατευτικό κιγκλίδωμα μέχρι το παιδί να μάθει να περπατά μόνο του χωρίς αυτό.

Και εδώ συναντώ τη λέξη «πειθαρχία»

Ως προπονητής, ίσως βλέπω την πειθαρχία λίγο διαφορετικά.

Δεν τη θεωρώ φόβο.

Δεν τη θεωρώ υποταγή.

Δεν τη θεωρώ το παιδί που κάθεται ακίνητο και δεν μιλά επειδή φοβάται τον ενήλικο απέναντί του.

Για εμένα πειθαρχία σημαίνει:

Μπορώ να κάνω αυτό που χρειάζεται, ακόμη κι όταν αυτή τη στιγμή θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο.

Να σηκωθώ στην ώρα μου.

Να τελειώσω μια υποχρέωση.

Να φροντίσω έναν χώρο που χρησιμοποιούν και άλλοι.

Να προπονηθώ.

Να διαβάσω.

Να σταματήσω όταν έχω ξεπεράσει ένα όριο.

Να ελέγξω τον θυμό μου.

Να αντέξω μια απογοήτευση.

Να δεχτώ ένα «όχι» χωρίς να καταρρεύσει ο κόσμος μου.

Αυτό δεν είναι χρήσιμο μόνο σε έναν αθλητή.

Είναι δεξιότητα ζωής.

Το παιδί δεν είναι αθλητής μας, αλλά χρειάζεται εκπαίδευση

Υπάρχει μια σκέψη που με συνοδεύει συχνά.

Στον αθλητισμό κανείς δεν περιμένει από έναν δεκαπεντάχρονο να γνωρίζει μόνος του πώς θα γίνει αθλητής.

Του δείχνουμε.

Τον καθοδηγούμε.

Του εξηγούμε.

Του δίνουμε ελευθερία όσο ωριμάζει.

Τον αφήνουμε να κάνει λάθη.

Και σταδιακά προσπαθούμε να μετατρέψουμε την εξωτερική καθοδήγηση σε εσωτερική πειθαρχία.

Δεν θεωρώ ότι το σπίτι πρέπει να γίνει dojo.

Ούτε ότι ένας γονέας πρέπει να συμπεριφέρεται ως προπονητής όλη μέρα.

Το παιδί χρειάζεται γονέα.

Χρειάζεται αγκαλιά.

Χρειάζεται αποδοχή.

Χρειάζεται έναν άνθρωπο στον οποίο μπορεί να επιστρέψει ακόμη και όταν έχει κάνει λάθος.

Αλλά χρειάζεται επίσης εκπαίδευση στη ζωή.

Δεν γεννιόμαστε γνωρίζοντας πώς να χειριζόμαστε την ελευθερία.

Τη μαθαίνουμε.

Ύπνος: άλλο «είμαι έφηβος» και άλλο «το σώμα μου δεν χρειάζεται όρια»

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ύπνος.

Στην εφηβεία το βιολογικό ρολόι πράγματι μετακινείται προς αργότερες ώρες. Δεν είναι λοιπόν ρεαλιστικό να αντιμετωπίζουμε έναν δεκαπεντάχρονο σαν μικρό παιδί που πρέπει απαραιτήτως να νυστάξει πολύ νωρίς.

Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη του οργανισμού.

Οι έφηβοι χρειάζονται γενικά περίπου 8 έως 10 ώρες ύπνου κάθε βράδυ, και ο επαρκής ύπνος είναι σημαντικός για τη μάθηση, τη μνήμη, τη συναισθηματική λειτουργία και τη γενικότερη υγεία. Οι παιδιατρικές οδηγίες συστήνουν επίσης να περιορίζονται οι οθόνες πριν τον ύπνο και να δημιουργούνται οικογενειακές συνήθειες που προστατεύουν τον νυχτερινό ύπνο.

Άρα δεν χρειάζεται να πούμε:

«Θα κοιμηθείς στις 11 επειδή έτσι αποφάσισα.»

Χρειάζεται να πούμε:

«Καταλαβαίνω ότι δεν είσαι μικρό παιδί. Αλλά είμαι ακόμη υπεύθυνος να σε βοηθήσω να μάθεις πώς φροντίζεται ένα σώμα που αναπτύσσεται.»

Και πολλές φορές η σωστή αλλαγή δεν γίνεται σε μία νύχτα.

Γίνεται σταδιακά.

Με συζήτηση.

Με συμφωνία.

Με σταθερή ώρα αφύπνισης.

Με λιγότερη νυχτερινή χρήση κινητού.

Με συνέπεια.

Όχι με έναν καθημερινό πόλεμο.

Και οι δουλειές του σπιτιού δεν είναι «αγγαρεία που επιβάλλουν οι μεγάλοι»

Το σπίτι είναι ίσως το πρώτο μικρό κοινωνικό σύστημα στο οποίο συμμετέχει ένα παιδί.

Κάποιος μαγειρεύει.

Κάποιος καθαρίζει.

Κάποιος βάζει πλυντήριο.

Κάποιος βγάζει τα σκουπίδια.

Κάποιος φροντίζει τα ζώα.

Αν ένας έφηβος μάθει ότι όλοι οι άλλοι υπάρχουν για να εξυπηρετούν τη δική του καθημερινότητα, ποιος ακριβώς θα του διδάξει αργότερα τη συνεργασία;

Δεν χρειάζεται να φορτώσουμε ένα παιδί.

Χρειάζεται όμως να αισθανθεί:

«Ζω εδώ. Άρα συνεισφέρω εδώ.»

Και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:

«Κάν’ το επειδή στο λέω.»

και στο:

«Αυτό είναι δική σου ευθύνη, γιατί η οικογένεια λειτουργεί όταν ο καθένας κάνει το μέρος που του αναλογεί.»

Αυτό δεν χτίζει υπάκουα παιδιά.

Χτίζει υπεύθυνους ενήλικες.

«Θα το κάνω αργότερα»

Ακόμη και αυτή η απλή φράση αξίζει προσοχή.

Γιατί μερικές φορές πράγματι το παιδί μπορεί να οργανώσει τον χρόνο του διαφορετικά από εμάς.

Και πρέπει να του επιτρέψουμε να το κάνει.

Αν όμως μια υποχρέωσή του επηρεάζει τις υποχρεώσεις όλης της οικογένειας, τότε δεν είναι πλέον μόνο προσωπική επιλογή.

Εάν πρώτα πρέπει να ολοκληρωθεί κάτι για να μπορέσει κάποιος άλλος να συνεχίσει, το «αργότερα» έχει συνέπειες και για άλλους ανθρώπους.

Εδώ βρίσκεται ένα υπέροχο μάθημα:

Ελευθερία σημαίνει ότι μπορώ να αποφασίζω για τον εαυτό μου.

Υπευθυνότητα σημαίνει ότι καταλαβαίνω πότε η απόφασή μου επηρεάζει και κάποιον άλλο.

Η αντίδραση δεν πρέπει να φοβίζει τον γονέα

Ένα παιδί μπορεί να θυμώσει με ένα όριο.

Μπορεί να γκρινιάξει.

Μπορεί να διαφωνήσει.

Μπορεί να κλείσει την πόρτα του.

Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το όριο ήταν λάθος.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν γονέα σήμερα.

Να μπορεί να αντέξει τη δυσαρέσκεια του παιδιού του χωρίς ούτε να γίνει σκληρός ούτε να υποχωρήσει από φόβο.

Να πει:

«Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένη.»

και ταυτόχρονα:

«Η συμφωνία μας όμως παραμένει.»

Αυτά τα δύο μπορούν να συνυπάρξουν.

Μπορώ να αναγνωρίσω το συναίσθημά σου χωρίς να συμφωνήσω με τη συμπεριφορά σου.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο σημαντικές γονεϊκές δεξιότητες.

Μήπως τελικά έχουμε μπερδέψει την αγάπη με την αποφυγή της σύγκρουσης;

Υπάρχουν σπίτια όπου οι γονείς έχουν πραγματικά εξαντληθεί.

Και δεν το λέω επικριτικά.

Το καταλαβαίνω.

Όταν έχεις δώσει μια μάχη είκοσι φορές, την εικοστή πρώτη ίσως πεις:

«Δεν πειράζει. Άσ’ το.»

Μόνο που το παιδί δεν γνωρίζει την εξάντλησή σου.

Βλέπει μόνο το αποτέλεσμα.

Και για αυτό θεωρώ ότι ο στόχος δεν πρέπει να είναι εκατό κανόνες.

Χρειάζονται λίγοι.

Ξεκάθαροι.

Σημαντικοί.

Και σταθεροί.

Η ηθική νοημοσύνη που φοβάμαι ότι ξεχνάμε

Χρησιμοποιώ συχνά μέσα μου έναν όρο:

ηθική νοημοσύνη.

Δεν εννοώ το «καλό παιδί» που δεν αντιμιλά ποτέ.

Εννοώ την ικανότητα ενός ανθρώπου να καταλαβαίνει ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι γύρω του.

Να μπορεί να μπει στη θέση τους.

Να γνωρίζει ότι η πράξη του έχει συνέπειες.

Να μπορεί να πει:

«Έκανα λάθος.»

«Συγγνώμη.»

«Δεν ήταν σωστό αυτό που έκανα.»

Να γνωρίζει ότι δύναμη δεν είναι να ταπεινώνεις τον πιο αδύναμο.

Ότι το να είσαι ευγενικός δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμος.

Ότι το να σέβεσαι έναν μεγαλύτερο δεν σημαίνει ότι δεν έχεις προσωπικότητα.

Ότι μπορείς να διαφωνείς χωρίς να προσβάλλεις.

Ότι δεν χρειάζεται να σηκώσεις το χέρι, τη φωνή ή ένα αντικείμενο για να αποδείξεις ποιος είσαι.

Και εδώ δεν μπορώ να μην κοιτάξω γύρω μας.

Βρισιές.

Επιθετικότητα.

Καβγάδες.

Βίντεο ταπείνωσης.

Επίδειξη βίας.

Πρότυπα όπου κάποιες φορές το εύκολο χρήμα, η επιβολή, η χυδαιότητα ή η παραβατικότητα εμφανίζονται σχεδόν ως επιτυχία.

Δεν θεωρώ ότι ένα μουσικό είδος, μια πλατφόρμα ή μία γενιά δημιουργούν από μόνα τους τη βία.

Θα ήταν αφελές.

Αλλά επίσης θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι τα παιδιά δεν επηρεάζονται καθόλου από όσα βλέπουν να επιβραβεύονται γύρω τους.

Το παιδί δεν ακούει μόνο αυτά που του λέμε.

Παρατηρεί τι θαυμάζει η κοινωνία.

Και πριν κατηγορήσουμε τα παιδιά, ας κοιτάξουμε εμάς

Εδώ έρχεται το δυσκολότερο μέρος.

Τα παιδιά δεν δημιούργησαν τα smartphones.

Δεν δημιούργησαν τα social media.

Δεν αποφάσισαν ότι η ανθρώπινη προσοχή θα γίνει οικονομικό προϊόν.

Δεν έβαλαν μόνα τους οθόνες σε κάθε δωμάτιο.

Εμείς οι ενήλικες δημιουργήσαμε αυτό το περιβάλλον.

Και πολλές φορές εμείς κάνουμε ακριβώς αυτό για το οποίο κατηγορούμε τα παιδιά.

Τρώμε κοιτώντας το κινητό.

Οδηγούμε και κοιτάμε ειδοποιήσεις.

Μιλάει το παιδί και απαντάμε σε ένα μήνυμα.

Ανεβάζουμε τη ζωή μας.

Μετράμε likes.

Συγκρινόμαστε.

Και μετά του λέμε:

«Εσύ είσαι εξαρτημένος από το κινητό σου.»

Δεν μπορούμε να απαιτούμε από έναν έφηβο αυτοέλεγχο που δεν βλέπει στους ενήλικες γύρω του.

Οι σύγχρονες παιδιατρικές οδηγίες προτείνουν μάλιστα οικογενειακούς κανόνες για τα μέσα που να αφορούν όλα τα μέλη του σπιτιού, όχι μόνο τα παιδιά: ώρες και χώροι χωρίς οθόνες, όπως το οικογενειακό τραπέζι και η ώρα πριν τον ύπνο, και ενήλικες που αποτελούν οι ίδιοι παράδειγμα υγιούς χρήσης. 

Και όταν στο σπίτι υπάρχει γονέας που δεν είναι ο βιολογικός;

Υπάρχει και μια πραγματικότητα για την οποία σπάνια μιλάμε.

Ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά πραγματικά ένα παιδί χωρίς να είναι ο βιολογικός του γονέας.

Να νοιάζεται.

Να ανησυχεί.

Να βλέπει πράγματα που θεωρεί ότι χρειάζονται αλλαγή.

Και ταυτόχρονα να αισθάνεται:

«Μέχρι πού έχω δικαίωμα να μιλήσω;»

Εδώ χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη σοφία.

Ο νέος σύντροφος του γονέα δεν χρειάζεται να εισβάλει στη ζωή ενός εφήβου ως νέος «διοικητής».

Η σχέση πρέπει πρώτα να χτιστεί.

Η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται.

Κερδίζεται.

Και ειδικά όταν δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη ισχυρός δεσμός, οι ειδικοί για τις ανασυσταμένες οικογένειες συνιστούν ο βιολογικός γονέας να κρατά αρχικά τον βασικό ρόλο στην πειθαρχία, ενώ ο άλλος ενήλικος υποστηρίζει τους κοινούς κανόνες του σπιτιού και δημιουργεί σταδιακά σχέση με το παιδί. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποιος που ζει στο ίδιο σπίτι δεν έχει δικαίωμα στον σεβασμό.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:

«Θα σε μεγαλώσω εγώ όπως θεωρώ σωστό»

και στο:

«Δεν είμαι εδώ για να αντικαταστήσω κανέναν. Αλλά είμαι ένας άνθρωπος που ζει μαζί σου, σε νοιάζεται και αξίζει, όπως κι εσύ, σεβασμό μέσα σε αυτό το σπίτι.»

Τι μπορούν λοιπόν να κάνουν οι γονείς;

Δεν πιστεύω σε μαγικές συνταγές. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό και κάθε οικογένεια κουβαλά τη δική της ιστορία. Υπάρχουν όμως κάποιες αρχές που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικές:

1. Λίγοι και σαφείς κανόνες. Όχι είκοσι μέτωπα κάθε ημέρα. Επιλέξτε όσα πραγματικά αφορούν ασφάλεια, υγεία, σεβασμό και λειτουργία της οικογένειας.

2. Συζητήστε τα όρια πριν από τη σύγκρουση. Ο κανόνας δεν δημιουργείται την ώρα που όλοι φωνάζουν.

3. Δώστε επιλογές μέσα στο πλαίσιο. Όχι «κάνε τα πάντα όπως θέλω εγώ», αλλά ούτε «κάνε ό,τι θέλεις». Για παράδειγμα: «Αυτό είναι δική σου ευθύνη. Οργάνωσε εσύ πότε θα την κάνεις μέχρι τη συμφωνημένη ώρα.»

4. Μην κάνετε την αντίδραση διαπραγματευτικό όπλο. Ακούστε τον θυμό, αλλά μην αλλάζετε έναν λογικό κανόνα μόνο και μόνο επειδή η αντίδραση έγινε έντονη.

5. Μην προσβάλλετε την ταυτότητα του παιδιού. Όχι «είσαι τεμπέλης», «είσαι αχάριστη», «είσαι εγωιστής». Περιγράψτε τη συμπεριφορά: «Αυτό που συμφωνήσαμε δεν έγινε».

6. Συνδέστε την ελευθερία με την υπευθυνότητα. Περισσότερη ωριμότητα σημαίνει περισσότερη αυτονομία. Η ελευθερία δεν χρειάζεται να δίνεται ως ανταμοιβή ούτε να αφαιρείται ως εκδίκηση· πρέπει να μεγαλώνει μαζί με την ικανότητα του παιδιού να τη διαχειρίζεται.

7. Ακούστε πραγματικά. Όχι για να βρείτε το σημείο στο οποίο θα απαντήσετε. Για να καταλάβετε. Ένα παιδί που αισθάνεται ότι ακούγεται είναι περισσότερο πιθανό να ακούσει και εκείνο.

8. Ζητήστε βοήθεια πριν εξαντληθείτε. Αν το σπίτι έχει γίνει καθημερινό πεδίο μάχης, αν κάθε όριο προκαλεί ακραία αντίδραση ή αν υπάρχει σημαντική αλλαγή στη διάθεση, στον ύπνο, στο σχολείο, στις σχέσεις ή στη συμπεριφορά ενός παιδιού, η συμβουλή ειδικού δεν αποτελεί αποτυχία. Μερικές φορές το πρώτο βήμα δεν είναι καν να «στείλουμε το παιδί στον ψυχολόγο», αλλά να ζητήσουν οι ίδιοι οι γονείς καθοδήγηση για το πώς θα αλλάξουν τη δυναμική στο σπίτι.

Τα όρια δεν τραυματίζουν όταν μπαίνουν με σεβασμό

Αυτό θέλω να το κρατήσουμε.

Το παιδί δεν χρειάζεται ταπείνωση.

Δεν χρειάζεται φόβο.

Δεν χρειάζεται απειλές.

Δεν χρειάζεται να ακούει ότι είναι αποτυχία.

Δεν χρειάζεται να στερηθεί την προσωπικότητά του.

Ένα όριο μπορεί να είναι ήρεμο.

Μπορεί να είναι σταθερό.

Μπορεί να έχει εξήγηση.

Μπορεί να ακούει το συναίσθημα του παιδιού.

Και μπορεί ταυτόχρονα να παραμένει όριο.

«Σε ακούω.»

δεν σημαίνει

«συμφωνώ με όλα».

«Σε αγαπώ.»

δεν σημαίνει

«δεν θα σου πω ποτέ όχι».

«Σέβομαι την προσωπικότητά σου.»

δεν σημαίνει

«δεν έχεις καμία ευθύνη απέναντι στους άλλους».

Αυτή ίσως είναι η ισορροπία που αναζητούμε.

Η πραγματική ελευθερία

Έχουμε πει στα παιδιά ότι ελευθερία σημαίνει να κάνουν αυτό που θέλουν.

Δεν συμφωνώ.

Για εμένα πραγματικά ελεύθερος είναι ο άνθρωπος που μπορεί ακόμη και να πει «όχι» στον εαυτό του.

Να έχει το κινητό μπροστά του και να μπορεί να το αφήσει.

Να θυμώνει και να μπορεί να μη χτυπήσει.

Να θέλει να απαντήσει προσβλητικά και να συγκρατηθεί.

Να βαριέται και να σηκωθεί να προπονηθεί.

Να θέλει κάτι τώρα και να μπορεί να περιμένει.

Να απορριφθεί και να συνεχίσει.

Να μη χρειάζεται εκατοντάδες άγνωστους ανθρώπους να του πουν ότι είναι όμορφος για να αισθανθεί ότι έχει αξία.

Να μπορεί να είναι μόνος χωρίς να αισθάνεται ανύπαρκτος.

Να μπορεί να αγαπήσει χωρίς να χρειάζεται να ελέγξει.

Να μπορεί να διαφωνήσει χωρίς να χρειάζεται να νικήσει.

Αυτό είναι ελευθερία.

Αυτοκυριαρχία.

Και ίσως γι’ αυτό ο αθλητισμός είναι σήμερα ακόμη πιο απαραίτητος

Δεν το λέω επειδή είμαι προπονητής.

Το λέω επειδή το βλέπω.

Στην προπόνηση δεν υπάρχει φίλτρο.

Δεν υπάρχει δεύτερη λήψη.

Δεν υπάρχει «θα το κάνω όταν έχω διάθεση».

Το σώμα λέει την αλήθεια.

Η προσπάθεια λέει την αλήθεια.

Η συνέπεια λέει την αλήθεια.

Ένα παιδί μαθαίνει να περιμένει.

Να επαναλαμβάνει.

Να χάνει.

Να ξανασηκώνεται.

Να χαιρετά τον άνθρωπο απέναντί του.

Να σέβεται τον συναθλητή του.

Να ελέγχει τη δύναμή του.

Να καταλαβαίνει ότι το γεγονός ότι μπορεί να κάνει κάτι δεν σημαίνει ότι πρέπει να το κάνει.

Στο καράτε ειδικά, το μεγαλύτερο μάθημα δεν είναι να νικήσεις τον άνθρωπο απέναντί σου.

Είναι να μάθεις να κυβερνάς τον άνθρωπο μέσα σου.

Και ίσως αυτό ακριβώς έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ η νέα γενιά.

Όχι περισσότερους ανθρώπους να της φωνάζουν.

Αλλά περισσότερους ανθρώπους να της δείχνουν τον δρόμο.

Δεν θέλω να επιστρέψουμε στο 1985

Δεν μπορούμε.

Και δεν χρειάζεται.

Δεν θέλω τα παιδιά να μεγαλώνουν φοβισμένα.

Δεν θέλω να μην έχουν φωνή.

Δεν θέλω να κρύβουν τα συναισθήματά τους.

Δεν θέλω να δέχονται αδικία επειδή «ο μεγαλύτερος έχει πάντα δίκιο».

Ο κόσμος έχει προχωρήσει σε πολλά πράγματα και αυτό είναι πολύτιμο.

Θέλω όμως να πάρουμε από το τότε εκείνα που αξίζουν και να τα ενώσουμε με τη γνώση του σήμερα.

Την ανθρώπινη επαφή.

Το παιχνίδι.

Την κίνηση.

Την πραγματική παρέα.

Τη βαρεμάρα.

Την υπομονή.

Την ευθύνη.

Τη συνέπεια.

Τον σεβασμό.

Και από το σήμερα:

Την ενσυναίσθηση.

Την αναγνώριση των συναισθημάτων.

Την ψυχολογική γνώση.

Τον διάλογο.

Τον σεβασμό στην προσωπικότητα και στην αυτονομία του παιδιού.

Γιατί δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο άκρα.

Δεν είναι:

ή αυστηρότητα ή αγάπη.

Δεν είναι:

ή όρια ή ελευθερία.

Δεν είναι:

ή γονέας ή φίλος.

Η πραγματική πρόκληση είναι πολύ δυσκολότερη.

Να αγαπάς ένα παιδί τόσο πολύ ώστε να το ακούς όταν διαφωνεί μαζί σου…

αλλά και τόσο υπεύθυνα ώστε να αντέχεις να μη σε συμπαθεί για λίγο όταν ξέρεις ότι ένα όριο είναι απαραίτητο.

Γιατί αυτό που με φοβίζει δεν είναι το κινητό

Το κινητό είναι ένα αντικείμενο.

Αυτό που με φοβίζει είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.

Δεν με φοβίζουν οι βλεφαρίδες.

Με φοβίζει ένα κορίτσι που πιστεύει ότι χωρίς αυτές δεν είναι αρκετό.

Δεν με φοβίζουν οι μύες.

Με φοβίζει ένα αγόρι που νομίζει ότι η αξία του μετριέται από το πόσο επιβλητικό φαίνεται.

Δεν με φοβίζει ότι οι νέοι διαφωνούν με τους μεγαλύτερους.

Ευτυχώς που διαφωνούν.

Με φοβίζει να χαθεί η δυνατότητα να διαφωνούμε χωρίς να καταστρέφουμε ο ένας τον άλλον.

Δεν με φοβίζει η εφηβεία.

Με φοβίζει να χρησιμοποιήσουμε την εφηβεία ως δικαιολογία για να εγκαταλείψουμε την εκπαίδευση του χαρακτήρα.

Και περισσότερο από όλα με φοβίζει να μεγαλώσουμε παιδιά που ξέρουν τέλεια πώς να φαίνονται, αλλά δεν πρόλαβαν να μάθουν ποιοι είναι.

Τα σημερινά παιδιά δεν χρειάζονται την καταδίκη μας.

Χρειάζονται την παρουσία μας.

Δεν χρειάζονται να τους αποδείξουμε ότι «εμείς ήμασταν καλύτεροι».

Χρειάζονται να είμαστε καλύτεροι εμείς τώρα.

Να ακούμε περισσότερο.

Να φωνάζουμε λιγότερο.

Να εξηγούμε.

Να επιμένουμε εκεί που πραγματικά έχει σημασία.

Να ζητάμε συγγνώμη όταν κάνουμε λάθος.

Να μην υποχωρούμε επειδή κουραστήκαμε.

Να μη φοβόμαστε να είμαστε οι ενήλικες μέσα στο σπίτι.

Και να θυμόμαστε κάτι που ίσως μέσα στον θόρυβο της εποχής ξεχάσαμε:

Το παιδί δεν χρειάζεται έναν κόσμο χωρίς όρια για να αισθανθεί ελεύθερο.

Χρειάζεται ανθρώπους που θα το αγαπήσουν αρκετά ώστε να του μάθουν πώς να γίνει κάποτε κύριος του ίδιου του εαυτού του.

Γιατί ο τελικός σκοπός της διαπαιδαγώγησης δεν είναι να μεγαλώσουμε ένα παιδί που θα μας υπακούει.

Είναι να μεγαλώσουμε έναν άνθρωπο που, όταν κάποτε εμείς δεν θα βρισκόμαστε δίπλα του, θα μπορεί να πει μόνος του:

«Ξέρω ποιος είμαι.

Ξέρω μέχρι πού μπορώ να φτάσω.

Ξέρω πότε πρέπει να σταματήσω.

Σέβομαι τον εαυτό μου.

Σέβομαι και τον άνθρωπο απέναντί μου.»

Αν καταφέρουμε αυτό, τότε δεν μεγαλώσαμε απλώς ένα ελεύθερο παιδί.

Μεγαλώσαμε έναν ελεύθερο άνθρωπο.

Τριαντάφυλλος Βασίλης 

Προπονητής Καράτε αναγνωρισμένος από την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και την Παγκόσμια Ομοσπονδία Καράτε (W.K.F), Προπονητής Ειδικής Αγωγής με ειδίκευση στα παιδιά.

Κοινοποίηση :

Facebook
WhatsApp
X
Threads