Γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία ποιος θα το διδάξει παρά τι θα του διδάξει
Υπάρχει μία ερώτηση που ακούω πολύ συχνά από γονείς:
«Ποια δραστηριότητα είναι καλύτερη για το παιδί μου;»
Καράτε; Κολύμβηση; Ποδόσφαιρο; Μπάσκετ; Χορός; Γυμναστική; Μουσική;
Μετά από δυόμισι δεκαετίες καθημερινής επαφής με παιδιά, θα τολμήσω να πω ότι, ειδικά στις μικρές ηλικίες, ίσως αυτή να μην είναι η πρώτη ερώτηση που πρέπει να κάνουμε.
Η πρώτη ερώτηση, κατά τη δική μου άποψη, είναι άλλη:
«Σε ποιον άνθρωπο πρόκειται να εμπιστευτώ το παιδί μου;»
Γιατί πριν από το άθλημα υπάρχει ο άνθρωπος.
Πριν από την τεχνική υπάρχει ο τρόπος που θα μιλήσει στο παιδί.
Πριν από τη νίκη υπάρχει ο τρόπος που θα του μάθει να αντιμετωπίζει την ήττα.
Πριν από την επίδοση υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο θα το κάνει να αισθανθεί για τον ίδιο του τον εαυτό.
Και όλα αυτά, πολλές φορές, μένουν πολύ περισσότερο από την ίδια τη δραστηριότητα.
Ένα παιδί μπορεί να κάνει καράτε για τρία χρόνια και αργότερα να σταματήσει. Μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο, να αλλάξει άθλημα, να ασχοληθεί τελικά με κάτι εντελώς διαφορετικό.
Όμως ένας άνθρωπος που βρέθηκε απέναντί του σε μία ευαίσθητη ηλικία και του επαναλάμβανε «μπορείς», μπορεί να μείνει μέσα του για πάντα.
Όπως, δυστυχώς, μπορεί να μείνει για πάντα κι εκείνος που του έδωσε την αίσθηση ότι «δεν είσαι αρκετός».
Αυτό είναι που θεωρώ ότι πολλές φορές υποτιμούμε.
Δεν παραδίδουμε απλώς ένα παιδί για μία ώρα δραστηριότητας
Όταν ένας γονέας αφήνει το παιδί του σε έναν προπονητή, έναν εκπαιδευτή ή έναν δάσκαλο, δεν του παραδίδει απλώς εξήντα λεπτά από το εβδομαδιαίο πρόγραμμά του.
Του παραδίδει κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Την προσοχή του παιδιού.
Την εμπιστοσύνη του.
Την ανάγκη του να γίνει αποδεκτό.
Τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει να βλέπει την προσπάθεια, την αποτυχία, την επιτυχία, τη συνεργασία, τον ανταγωνισμό και τελικά τον ίδιο του τον εαυτό.
Τα παιδιά παρατηρούν πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Ακούν πώς μιλά ο προπονητής στον δυνατό αθλητή αλλά και στον πιο αδύναμο. Βλέπουν πώς αντιδρά όταν κάποιος κάνει λάθος. Καταλαβαίνουν αν επιβραβεύεται μόνο ο νικητής ή και εκείνος που προσπάθησε. Αντιλαμβάνονται αν το περιβάλλον λειτουργεί με σεβασμό ή με φόβο.
Και χωρίς κανείς να τους κάνει επίσημο «μάθημα ζωής», μαθαίνουν.
Μαθαίνουν καθημερινά.
Γι’ αυτό πιστεύω βαθιά ότι κάθε προπονητής παιδιών είναι, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, και παιδαγωγός.
Το ερώτημα είναι τι παιδαγωγική ασκεί.
Το «είναι κοντά στο σπίτι μας» δεν μπορεί να είναι το βασικό κριτήριο
Καταλαβαίνω απόλυτα την καθημερινότητα μιας οικογένειας.
Οι υποχρεώσεις είναι πολλές. Τα ωράρια δύσκολα. Οι μετακινήσεις κουράζουν. Η δραστηριότητα που βρίσκεται δύο δρόμους από το σπίτι μοιάζει προφανώς πολύ πιο βολική.
Η απόσταση είναι κριτήριο.
Το πρόγραμμα είναι κριτήριο.
Το κόστος είναι κριτήριο.
Δεν πιστεύω όμως ότι κανένα από αυτά πρέπει να είναι το πρώτο κριτήριο όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που πρόκειται να επηρεάζει συστηματικά το παιδί μας.
Γιατί πολλές φορές αυτό που κερδίζουμε σε δέκα λεπτά μετακίνησης μπορεί να το πληρώσουμε πολύ ακριβότερα αργότερα.
Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα σε κάποιον «κακό» άνθρωπο.
Δεν πιστεύω ότι ένας άνθρωπος επιλέγει να δουλεύει με παιδιά με σκοπό να τους κάνει κακό.
Το πρόβλημα συνήθως είναι πολύ πιο σύνθετο.
Μπορεί να υπάρχει καλή πρόθεση αλλά ελλιπής γνώση.
Μπορεί να υπάρχει εξαιρετική τεχνική γνώση ενός αθλήματος αλλά ελάχιστη κατανόηση της παιδικής ψυχολογίας.
Μπορεί να υπάρχει ένας μεγάλος αθλητής, ο οποίος δεν έμαθε ποτέ πώς να γίνεται μεγάλος δάσκαλος.
Και αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Άλλο να γνωρίζεις το άθλημα και άλλο να γνωρίζεις το παιδί
Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια.
Μπορεί κάποιος να γνωρίζει άριστα την τεχνική.
Να έχει αγωνιστικές επιτυχίες.
Να έχει μετάλλια.
Να έχει τίτλους.
Και παρ’ όλα αυτά να δυσκολεύεται να διαχειριστεί ένα φοβισμένο εξάχρονο παιδί.
Να μην ξέρει τι να κάνει όταν ένα παιδί κλαίει.
Να μην αντιλαμβάνεται γιατί ένα παιδί αντιδρά.
Να θεωρεί τεμπέλικο ένα παιδί που στην πραγματικότητα φοβάται.
Να χαρακτηρίζει «αδιάφορο» ένα παιδί που ίσως δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί.
Να πιέζει εκεί που χρειάζεται ενθάρρυνση και να χαλαρώνει εκεί που χρειάζεται ένα ξεκάθαρο όριο.
Εκεί βρίσκεται για μένα η πραγματική τέχνη της προπονητικής στις μικρές ηλικίες.
Να μπορείς να βλέπεις πίσω από τη συμπεριφορά.
Όχι μόνο τι κάνει το παιδί.
Αλλά γιατί το κάνει.
Και αυτό δεν κατακτάται μόνο μέσα σε ένα γήπεδο ή ένα dojo. Χρειάζεται γνώση, επιμόρφωση, παρατήρηση, εμπειρία, ενσυναίσθηση και κυρίως μία διαρκή διάθεση να συνεχίζεις να μαθαίνεις.
Προσωπικά, όσο περισσότερα χρόνια περνούν, τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι η ευθύνη μεγαλώνει αντί να μικραίνει.
Γιατί κάθε παιδί που συναντώ είναι διαφορετικό.
Και κανένα πτυχίο, κανένα σεμινάριο και καμία πολυετής εμπειρία δεν μου δίνει το δικαίωμα να πιστέψω ότι «τα ξέρω όλα».
Η γνώση, για μένα, δεν είναι τίτλος.
Είναι υποχρέωση να συνεχίζεις να εξελίσσεσαι.
Και τι γίνεται με την αθλητική απόδοση;
Κάπου εδώ ένας γονέας μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί:
«Όλα αυτά είναι πολύ ωραία. Το παιδί μου όμως θα μάθει καλά το άθλημα;»
Η απάντησή μου είναι πως η σωστή παιδαγωγική προσέγγιση δεν βρίσκεται απέναντι από την αθλητική εξέλιξη.
Το αντίθετο.
Τη χτίζει.
Ένα παιδί που αισθάνεται ασφαλές τολμά περισσότερο.
Ένα παιδί που εμπιστεύεται τον προπονητή του δέχεται πιο εύκολα τη διόρθωση.
Ένα παιδί που δεν φοβάται το λάθος δοκιμάζει.
Ένα παιδί που μαθαίνει την πειθαρχία χωρίς να ταπεινώνεται μπορεί να γίνει πραγματικά πειθαρχημένο.
Ένα παιδί που νιώθει ότι ο προπονητής πιστεύει σε εκείνο αρχίζει σταδιακά να πιστεύει και το ίδιο στον εαυτό του.
Και όταν δημιουργηθεί αυτή η σχέση, τότε μπορεί να ξεκινήσει η πραγματικά υψηλή προπονητική απαίτηση.
Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στον «καλό άνθρωπο» και στον «καλό προπονητή».
Ο στόχος πρέπει να είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει πότε να στηρίξει, πότε να απαιτήσει, πότε να περιμένει και πότε να πιέσει λίγο περισσότερο, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι απέναντί του βρίσκεται πρώτα ένας άνθρωπος που μεγαλώνει και μετά ένας αθλητής.
Η αγωνιστική επιτυχία και η παιδαγωγική δεν είναι αντίπαλοι.
Όταν λειτουργούν σωστά, η μία δυναμώνει την άλλη.
Ούτε η απουσία αρνητικών επιρροών είναι αρκετή
Υπάρχει και κάτι ακόμη που θεωρώ σημαντικό.
Πολλές φορές λέμε:
«Εντάξει, καλός άνθρωπος είναι. Δεν κάνει κακό στα παιδιά.»
Για μένα αυτό είναι το ελάχιστο.
Ένα παιδί δεν πηγαίνει σε μία δραστηριότητα απλώς για να μην υποστεί κάτι αρνητικό.
Πηγαίνει για να κερδίσει.
Όχι μόνο τεχνική.
Να κερδίσει αυτοπεποίθηση.
Να μάθει να περιμένει.
Να σέβεται.
Να συνεργάζεται.
Να χάνει χωρίς να διαλύεται.
Να κερδίζει χωρίς να αλαζονεύεται.
Να ολοκληρώνει κάτι που ξεκίνησε.
Να ανακαλύπτει ότι με προσπάθεια μπορεί να βελτιώσει αυτό που χθες δεν μπορούσε να κάνει.
Να καταλαβαίνει ότι το λάθος δεν είναι ντροπή αλλά μέρος της εξέλιξης.
Εάν λοιπόν έχω μπροστά μου ένα παιδί για χρόνια, δεν θεωρώ επιτυχία απλώς το ότι «δεν του έκανα κακό».
Θέλω όταν κάποτε φύγει από κοντά μου να πάρει κάτι μαζί του.
Κάτι που να του χρησιμεύσει στα δεκαπέντε.
Στα είκοσι πέντε.
Στα σαράντα πέντε.
Ακόμη κι αν μέχρι τότε έχει ξεχάσει τελείως πώς εκτελείται μία τεχνική καράτε.
Ρώτησε ποιος είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στο παιδί σου
Γι’ αυτό θα ήθελα οι γονείς να αρχίσουμε να ρωτάμε περισσότερο.
Όχι ανακριτικά.
Όχι με καχυποψία.
Με υπευθυνότητα.
Ποιος είναι ο άνθρωπος στον οποίο παραδίδω το παιδί μου; Ποια είναι η εκπαίδευσή του; Είναι νόμιμα αναγνωρισμένος για να ασκεί το επάγγελμά του; Συνεχίζει να επιμορφώνεται; Έχει γνώση πρώτων βοηθειών; Πώς μιλά στα παιδιά; Πώς διαχειρίζεται ένα λάθος; Τι κάνει με ένα παιδί που δυσκολεύεται; Πώς αντιδρά στην ήττα; Πώς αντιδρά στη νίκη; Πώς συμπεριφέρεται όταν ο γονέας δεν βρίσκεται μπροστά;
Και κυρίως:
Τι άνθρωπο προσπαθεί να δημιουργήσει μέσα από τον αθλητή;
Οι τίτλοι δεν μπορούν από μόνοι τους να εγγυηθούν έναν σπουδαίο προπονητή.
Το πιστεύω απόλυτα.
Ένα χαρτί δεν δημιουργεί ενσυναίσθηση. Ένα δίπλωμα δεν δημιουργεί χαρακτήρα. Μία πιστοποίηση δεν δημιουργεί αγάπη για τα παιδιά.
Αλλά από την άλλη πλευρά, όταν κάποιος αναλαμβάνει επαγγελματικά την ευθύνη παιδιών, η εκπαίδευση και η νόμιμη επαγγελματική αναγνώριση δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται σαν κάτι περιττό.
Για εμένα είναι η βάση.
Και επάνω σε αυτή τη βάση πρέπει να έρθουν η εμπειρία, η προσωπικότητα, η συνεχιζόμενη επιμόρφωση, η γνώση πρώτων βοηθειών, η κατανόηση της παιδικής ανάπτυξης και η πραγματική ικανότητα επικοινωνίας.
Έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές μία φράση που εξακολουθώ να πιστεύω:
Τα πτυχία από μόνα τους δεν κάνουν τον σπουδαίο προπονητή. Η απόρριψη όμως της γνώσης δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί προσόν.
Γιατί όταν έχουμε απέναντί μας παιδιά, δεν δικαιούμαστε να λειτουργούμε μόνο με το ένστικτο.
Ο προπονητής δεν μεγαλώνει μόνο έναν αθλητή
Πιστεύω επίσης σε κάτι ακόμη.
Ο καλός προπονητής ενός παιδιού δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένος από την οικογένεια.
Δεν αντικαθιστά τον γονέα.
Δεν αποφασίζει για εκείνον.
Δεν παρεμβαίνει εκεί όπου δεν του ανήκει ο ρόλος.
Όμως πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται.
Να εξηγεί.
Να καθοδηγεί όταν χρειάζεται πάνω σε ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά του παιδιού μέσα στην προπόνηση.
Και πολλές φορές να λέει στον γονέα κάτι που ίσως δεν είναι εύκολο να ακούσει.
Όπως και ο γονέας πρέπει να μπορεί να μεταφέρει στον προπονητή κάτι που εκείνος δεν βλέπει.
Γιατί τελικά υπάρχει ένας κοινός στόχος.
Μπροστά μας δεν μεγαλώνει απλώς ένας αθλητής. Μεγαλώνει ένας αυριανός ενήλικας.
Ένας άνθρωπος που κάποτε θα γίνει φίλος, σύντροφος, συνεργάτης, ίσως γονέας.
Ένας άνθρωπος που θα αποτελεί κομμάτι της κοινωνίας στην οποία όλοι θα ζούμε.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η σχέση γονέα και προπονητή, όταν λειτουργεί σωστά, είναι μία συμμαχία.
Με διαφορετικούς ρόλους.
Με ξεκάθαρα όρια.
Αλλά με κοινές αξίες.
Έχεις μία επιλογή που στο σχολείο πολλές φορές δεν έχεις
Υπάρχει μία τελευταία σκέψη που θα ήθελα να αφήσω σε κάθε γονέα.
Τον δάσκαλο που θα συναντήσει το παιδί μας στο σχολείο δεν έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα να τον επιλέξουμε.
Τον προπονητή όμως μπορούμε.
Και αυτό μετατρέπει την επιλογή από δικαίωμα σε ευθύνη.
Μπες στον χώρο.
Παρατήρησε.
Μίλησε.
Μη βιαστείς να ρωτήσεις μόνο πόσο κοστίζει η συνδρομή, ποιες ημέρες λειτουργεί το τμήμα και πόσο κοντά βρίσκεται στο σπίτι.
Δες πώς αισθάνεται το παιδί όταν μπαίνει.
Δες πώς αισθάνεται όταν βγαίνει.
Άκου τον τρόπο με τον οποίο μιλά ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί του.
Παρατήρησε εάν απαιτεί χωρίς να προσβάλλει.
Εάν διορθώνει χωρίς να μειώνει.
Εάν επιβραβεύει χωρίς να καλλιεργεί αλαζονεία.
Εάν μπορεί να βάλει όρια χωρίς να δημιουργεί φόβο.
Εάν ενδιαφέρεται για την εξέλιξη όλων και όχι μόνο των παιδιών που του φέρνουν μετάλλια.
Και μετά επίλεξε.
Ίσως η καλύτερη δραστηριότητα για ένα παιδί να μην είναι πάντοτε εκείνη που αρχικά είχες φανταστεί.
Είμαι όμως όλο και περισσότερο πεπεισμένος ότι ένας σωστός άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει μία δραστηριότητα σε εμπειρία ζωής.
Και ένας ακατάλληλος άνθρωπος μπορεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Γι’ αυτό, αν ένας γονέας με ρωτούσε σήμερα:
«Τι άθλημα να επιλέξω για το παιδί μου;»
θα του απαντούσα:
Μην ξεκινήσεις από το άθλημα.
Βρες πρώτα τον άνθρωπο στον οποίο θα ένιωθες ασφαλής να εμπιστευτείς όχι μόνο το σώμα του παιδιού σου, αλλά και ένα μικρό κομμάτι από τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.
Και όταν τον βρεις, τότε δες τι διδάσκει.
Γιατί το παιδί μπορεί κάποτε να ξεχάσει την τεχνική.
Μπορεί να αλλάξει άθλημα.
Μπορεί να ξεχάσει τα μετάλλια, τους αγώνες και τις προπονήσεις.
Δεν θα ξεχάσει όμως εύκολα τον άνθρωπο που το έκανε να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό του.
Και τελικά, ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να προσφέρει ένας προπονητής σε ένα παιδί.
“Το παιδί μπορεί να αλλάξει δραστηριότητα. Τον σωστό άνθρωπο όμως που θα πιστέψει σε εκείνο, θα τον κουβαλά μέσα του για μια ζωή.”
Τριαντάφυλλος Βασίλης
Προπονητής Καράτε αναγνωρισμένος από την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και την Παγκόσμια Ομοσπονδία Καράτε (W.K.F), Προπονητής Ειδικής Αγωγής με ειδίκευση στα παιδιά.



