ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ Ή ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΣ;

Μπορείς να διδάξεις σε ένα παιδί αξίες που δεν έχεις μάθει ο ίδιος να ζεις;

Ένα παιδί χάνει έναν αγώνα.

Ο προπονητής του μπορεί να του εξηγήσει γιατί έχασε, να αναλύσει τις τεχνικές του, να εντοπίσει τα τακτικά λάθη, να διορθώσει τις κινήσεις του και να το προετοιμάσει καλύτερα για την επόμενη αναμέτρηση. Ποιος όμως θα εξηγήσει σε αυτό το παιδί ότι η ήττα δεν το κάνει λιγότερο ικανό; Ότι η αξία του δεν καθορίζεται από ένα αποτέλεσμα; Ότι μπορεί να απογοητευτεί χωρίς να απορρίψει τον εαυτό του; Ότι μπορεί να προσπαθήσει ξανά, όχι για να αποδείξει στους άλλους ποιος είναι, αλλά γιατί αξίζει να δώσει στον εαυτό του ακόμη μία ευκαιρία;

Εδώ ακριβώς αρχίζει μια διαφορά που θεωρώ θεμελιώδη. Η διαφορά ανάμεσα στον προπονητή και στον εκπαιδευτή. Δύο ιδιότητες που συχνά χρησιμοποιούμε σαν να έχουν το ίδιο περιεχόμενο, δύο ρόλοι που μπορούν να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο, αλλά δεν έχουν ακριβώς την ίδια αποστολή. Και το ερώτημα που θέλω να θέσω είναι απλό.

Εσύ τι είσαι; Προπονητής, εκπαιδευτής ή έχεις καταφέρει να συνδυάζεις ουσιαστικά και τα δύο;

Δεν με ενδιαφέρει τόσο τι αναγράφεται στην επαγγελματική σου ιδιότητα. Με ενδιαφέρει τι πραγματικά προσφέρεις στο παιδί που στέκεται απέναντί σου. Γιατί είναι διαφορετικό να γνωρίζεις πώς να διδάξεις μια τεχνική και διαφορετικό να γνωρίζεις πώς να προσεγγίσεις μια ψυχή. Και είναι ακόμη δυσκολότερο να μπορείς να κάνεις και τα δύο.

Το καράτε δεν καλλιεργεί από μόνο του τον χαρακτήρα

Ακούμε συχνά ότι το καράτε διδάσκει πειθαρχία, σεβασμό, αυτοέλεγχο, ενσυναίσθηση, υπομονή και αυτοπεποίθηση. Πολύ όμορφες λέξεις. Αλλά θα ήθελα να σταθούμε για λίγο στην ουσία τους.

Το καράτε δεν καλλιεργεί αυτόματα καμία από αυτές τις αξίες.

Δεν αρκεί να φορέσει ένα παιδί μια λευκή στολή για να μάθει τον σεβασμό. Δεν αρκεί να υποκλιθεί για να αποκτήσει ταπεινότητα. Δεν αρκεί να επαναλάβει εκατό φορές μια τεχνική για να μάθει την υπομονή. Δεν αρκεί να ακολουθήσει μια εντολή για να αναπτύξει πραγματική πειθαρχία. Ούτε αρκεί να κερδίσει έναν αγώνα για να αποκτήσει αυτοπεποίθηση.

Όλα αυτά μπορούν να καλλιεργηθούν μέσα από το καράτε. Όμως χρειάζονται κάποιον που κατανοεί τι σημαίνουν, γιατί έχουν αξία και πώς μεταδίδονται. Γιατί η πειθαρχία δεν είναι φόβος, ο σεβασμός δεν είναι υποταγή, η αυτοπεποίθηση δεν είναι αλαζονεία, η υπομονή δεν είναι παθητικότητα και ο αυτοέλεγχος δεν σημαίνει ότι καταπιέζω όσα αισθάνομαι.

Αν δεν μπορούμε εμείς οι ίδιοι να κατανοήσουμε αυτές τις διαφορές, πώς θα μπορέσουμε να τις διδάξουμε; Πώς θα μιλήσω σε ένα παιδί για αυτοέλεγχο όταν χάνω τον δικό μου μπροστά του; Πώς θα του ζητήσω να σέβεται τους άλλους όταν εγώ το υποτιμώ; Πώς θα του διδάξω την ενσυναίσθηση όταν αδιαφορώ για τη δυσκολία που αντιμετωπίζει; Πώς θα απαιτήσω υπομονή όταν εγώ εκνευρίζομαι επειδή δεν καταφέρνει να εκτελέσει μια άσκηση;

Δεν μπορώ να απαιτώ από ένα παιδί να κατακτήσει αξίες που εγώ αρνούμαι να καλλιεργήσω στον εαυτό μου.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική ευθύνη του εκπαιδευτή.

Το δέντρο και οι καρποί του

Θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα που θεωρώ ότι αποτυπώνει με απλό τρόπο αυτό που θέλω να εξηγήσω.

Ας φανταστούμε ένα δέντρο. Όλοι θέλουμε να μεγαλώσει, να είναι δυνατό, να ανθίσει και κάποια στιγμή να μας δώσει τους καρπούς του. Τι χρειάζεται όμως για να συμβεί αυτό; Νερό, σωστή φροντίδα, κατάλληλο έδαφος, θρεπτικά στοιχεία, κλάδεμα όταν απαιτείται, προστασία από τις δύσκολες συνθήκες. Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να γνωρίζουμε το ίδιο το δέντρο. Τι ανάγκες έχει; Πόσο νερό χρειάζεται; Σε ποιο περιβάλλον αναπτύσσεται καλύτερα; Πότε χρειάζεται παρέμβαση και πότε πρέπει απλώς να του δώσουμε χρόνο;

Δεν μεγαλώνουν όλα τα δέντρα με τον ίδιο ρυθμό, δεν ανθίζουν την ίδια εποχή και δεν έχουν τις ίδιες απαιτήσεις. Αν δώσουμε σε όλα ακριβώς την ίδια φροντίδα, αγνοώντας τις πραγματικές τους ανάγκες, δεν σημαίνει ότι θα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα. Και αν δεν έχουμε τις απαραίτητες γνώσεις, μπορεί ακόμη και με καλές προθέσεις να κάνουμε λάθη. Τι συμβαίνει όμως συχνά; Περιμένουμε το μέγιστο αποτέλεσμα, προσφέροντας τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Και όταν οι καρποί δεν έρχονται, αναρωτιόμαστε τι φταίει. Μήπως φταίει το δέντρο;

Ή μήπως δεν αφιερώσαμε ποτέ τον χρόνο να μάθουμε πώς πρέπει να το φροντίσουμε;

Το ίδιο ακριβώς μπορεί να συμβεί και με ένα παιδί. Κάθε παιδί έχει διαφορετική προσωπικότητα, διαφορετικές δυνατότητες, διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικούς φόβους και διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης. Ένα παιδί χρειάζεται περισσότερη ενθάρρυνση, ένα άλλο μεγαλύτερη σαφήνεια και σταθερότητα, κάποιο χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εμπιστευτεί και κάποιο άλλο δυσκολεύεται να εκφράσει όσα αισθάνεται. Δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα με τον ίδιο τρόπο και να περιμένουμε να ανθίσουν με την ίδια ταχύτητα. Και κυρίως, δεν μπορούμε να κρίνουμε την αξία τους από τους καρπούς που εμείς επιθυμούμε να δούμε.

Το χρέος μας δεν είναι να απαιτούμε από κάθε παιδί να γίνει αυτό που εμείς ονειρευόμαστε. Είναι να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε να αναπτύξει όσα πραγματικά μπορεί να γίνει.

Προπονητής και εκπαιδευτής: δύο διαφορετικές αποστολές

Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Δεν υποτιμώ σε καμία περίπτωση τον ρόλο του προπονητή. Αντιθέτως, θεωρώ την προπονητική επιστήμη ένα εξαιρετικά απαιτητικό αντικείμενο, που προϋποθέτει γνώσεις, εμπειρία, εξειδίκευση, μελέτη και συνεχή επιμόρφωση. Όμως, για να εξηγήσω τη δική μου φιλοσοφία, διαχωρίζω δύο διαστάσεις του έργου μας, οι οποίες έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, αλλά οφείλουν να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Ο προπονητής αναλαμβάνει κυρίως την ανάπτυξη των αθλητικών ικανοτήτων. Διδάσκει τεχνική, βελτιώνει την κίνηση, αναπτύσσει ταχύτητα, εκρηκτικότητα, δύναμη και αντοχή. Σχεδιάζει την προπόνηση, αναλύει την αγωνιστική συμπεριφορά, αναπτύσσει την τακτική σκέψη και προετοιμάζει τον αθλητή για τις απαιτήσεις του αγωνίσματος.

Ο εκπαιδευτής αναλαμβάνει κυρίως την παιδαγωγική και ανθρώπινη ανάπτυξη. Καλλιεργεί αξίες, διαμορφώνει στάσεις, ενισχύει την αυτοεκτίμηση, διδάσκει τον σεβασμό, την υπευθυνότητα, τη συνεργασία και την ουσιαστική πειθαρχία. Βοηθά το παιδί να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του, να κατανοήσει τις αντιδράσεις του και να οικοδομήσει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του και τους άλλους.

Πρόκειται για μια διάκριση αποστολής και προτεραιοτήτων, όχι για δύο απολύτως ανεξάρτητα επαγγέλματα. Στην πραγματικότητα, όταν εργαζόμαστε με παιδιά, η προπονητική και η παιδαγωγική δεν πρέπει να αποχωρίζονται. Γιατί ένας προπονητής μπορεί να αναπτύξει τις τεχνικές ικανότητες ενός παιδιού, αλλά αν αδιαφορήσει για την προσωπικότητά του, κινδυνεύει να παραβλέψει κάτι σημαντικότερο από την αγωνιστική του εξέλιξη.

Τι οφείλει να καλλιεργεί ο εκπαιδευτής;

Για να γίνει κατανοητή η διάκριση, θα αναφερθώ σε είκοσι σημαντικά χαρακτηριστικά που ο εκπαιδευτής μπορεί και οφείλει να προσπαθεί να καλλιεργεί μέσα από την καθημερινή παιδαγωγική του στάση. Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο αρετών, αλλά για στοιχεία που συνδέονται μεταξύ τους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, σχετίζεται με τους άλλους και αντιμετωπίζει τις εμπειρίες της ζωής.

Η πειθαρχία βοηθά το παιδί να κατανοεί την αξία των κανόνων και να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του, ενώ ο σεβασμός το διδάσκει να αναγνωρίζει την αξία του εαυτού του, των συνανθρώπων του και της διαφορετικότητας. Η αυτοπεποίθηση ενισχύει την πίστη του στις δυνατότητές του μέσα από την προσωπική πρόοδο, ενώ η αυτοεκτίμηση το βοηθά να κατανοήσει ότι η αξία του δεν εξαρτάται από τις επιδόσεις ή την αποδοχή των άλλων. Εξίσου σημαντικός είναι ο αυτοέλεγχος, μέσα από τον οποίο μαθαίνει να διαχειρίζεται συνειδητά τις αντιδράσεις και τις παρορμήσεις του, χωρίς να καταπιέζει τα συναισθήματά του.

Η ενσυναίσθηση το βοηθά να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων, ενώ η υπομονή το διδάσκει ότι η εξέλιξη απαιτεί χρόνο και δεν μπορεί πάντοτε να έρχεται με τον ρυθμό που επιθυμούμε. Η επιμονή το ενθαρρύνει να συνεχίζει παρά τις δυσκολίες, η υπευθυνότητα το καθοδηγεί στην αναγνώριση των συνεπειών των επιλογών του και η αυτογνωσία το βοηθά να ανακαλύπτει τις δυνατότητες, τις αδυναμίες και τις πραγματικές του ανάγκες. Όλα αυτά συνδέονται με την ικανότητα του παιδιού να αντιλαμβάνεται ότι η προσωπική του ανάπτυξη δεν είναι μια διαδρομή χωρίς εμπόδια, αλλά μια συνεχής διαδικασία μάθησης.

Η συνεργασία καλλιεργεί την ικανότητα συνύπαρξης και αλληλοϋποστήριξης, ενώ η δικαιοσύνη ενισχύει την ισότιμη αντιμετώπιση και την κατανόηση της αξίας του ευ αγωνίζεσθαι. Η ταπεινότητα βοηθά το παιδί να αντιληφθεί ότι η δύναμη δεν αποτελεί δικαίωμα επιβολής, ενώ το θάρρος το ενθαρρύνει να αντιμετωπίζει τους φόβους του με ασφάλεια. Η συγκέντρωση, από την άλλη πλευρά, ενισχύει την ικανότητά του να προσηλώνεται σε έναν στόχο και να διατηρεί την προσοχή του σε όσα προσπαθεί να κατακτήσει.

Η ανθεκτικότητα βοηθά το παιδί να αντιμετωπίζει την αποτυχία χωρίς να εγκαταλείπει ή να απαξιώνει τον εαυτό του, ενώ η συναισθηματική αυτορρύθμιση το καθοδηγεί στη διαχείριση του θυμού, του άγχους, του φόβου και της απογοήτευσης. Η αποδοχή της διαφορετικότητας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε παιδί μπορεί να αισθάνεται ότι ανήκει, ανεξάρτητα από τις ικανότητες ή τις ιδιαιτερότητές του. Η αυτονομία ενθαρρύνει την πρωτοβουλία, την προσωπική κρίση και την ανεξαρτησία του, ενώ η κοινωνική υπευθυνότητα του διδάσκει ότι η γνώση και η δύναμη συνοδεύονται πάντοτε από ευθύνη απέναντι στους άλλους.

Αυτά τα είκοσι χαρακτηριστικά δεν μεταδίδονται με έναν κατάλογο αναρτημένο στον τοίχο μιας σχολής. Δεν αρκεί να τα αναφέρουμε σε μια ομιλία προς τους γονείς ούτε να τα χρησιμοποιούμε στην προβολή της δραστηριότητάς μας. Χρειάζεται να αποτελούν μέρος της καθημερινής μας συμπεριφοράς, του τρόπου που επικοινωνούμε, διορθώνουμε, ενθαρρύνουμε και αντιμετωπίζουμε κάθε παιδί.

Πρέπει να αποκτούν νόημα μέσα από τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε.

Γιατί το παιδί δεν μαθαίνει μόνο από αυτά που του λέμε. Μαθαίνει και από αυτά που μας βλέπει να κάνουμε.

Τι οφείλει να αναπτύσσει ο προπονητής;

Από την άλλη πλευρά, ο προπονητής έχει ένα εξίσου απαιτητικό και συγκεκριμένο αντικείμενο. Οφείλει να διαθέτει επιστημονική γνώση, τεχνική επάρκεια και ικανότητα σχεδιασμού, εφαρμογής και αξιολόγησης της προπονητικής διαδικασίας. Η αθλητική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην εμπειρία ή στην προσωπική αγωνιστική διαδρομή ενός ανθρώπου. Απαιτεί κατανόηση της ανθρώπινης κίνησης, των αρχών της προπόνησης, των αναπτυξιακών σταδίων και των ιδιαίτερων απαιτήσεων του κάθε αγωνίσματος.

Οι είκοσι βασικοί τομείς της προπονητικής ανάπτυξης μπορούν να οργανωθούν σε τέσσερις βασικές κατηγορίες, οι οποίες αποτελούν διαφορετικές αλλά αλληλένδετες πλευρές της αθλητικής προετοιμασίας.

Τεχνική ανάπτυξη

Η τεχνική κατάρτιση περιλαμβάνει την εκμάθηση και την τελειοποίηση του Kihon, του Kata και του Kumite, ενώ η τεχνική ακρίβεια αφορά τη σωστή εκτέλεση και τον έλεγχο των τεχνικών. Ο κινητικός συντονισμός επιτρέπει την αποτελεσματική συνεργασία των μελών του σώματος, ενώ η ισορροπία και η σταθερότητα εξασφαλίζουν τον απαραίτητο έλεγχο τόσο σε στατικές όσο και σε δυναμικές συνθήκες. Παράλληλα, η βιομηχανική αποτελεσματικότητα συμβάλλει στην οικονομία, την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητα της κίνησης, περιορίζοντας τις περιττές επιβαρύνσεις και βοηθώντας τον αθλητή να αξιοποιεί καλύτερα τις δυνατότητές του.

Φυσική και κινητική ανάπτυξη

Η ταχύτητα αφορά τη βελτίωση της ταχύτητας εκτέλεσης των τεχνικών και των μετακινήσεων, ενώ η εκρηκτικότητα συνδέεται με την ικανότητα ταχείας παραγωγής δύναμης. Η δύναμη αναπτύσσεται με κατάλληλες μεθόδους, σύμφωνα με την ηλικία, τη σωματική ωρίμανση και το επίπεδο του αθλητή, ενώ η αντοχή συμβάλλει στη διατήρηση της απόδοσης κατά τη διάρκεια της προπόνησης και του αγώνα. Η ευκινησία και η κινητικότητα συμπληρώνουν αυτή την ανάπτυξη, επιτρέποντας αποτελεσματικές αλλαγές κατεύθυνσης και εκτέλεση κινήσεων με το κατάλληλο εύρος. Καμία από αυτές τις ικανότητες δεν αναπτύσσεται σωστά μέσα από τυχαίες απαιτήσεις ή ανεξέλεγκτη επιβάρυνση. Χρειάζεται σχεδιασμός, προοδευτικότητα και σεβασμός στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε αθλητή.

Τακτική και αγωνιστική αντίληψη

Η τακτική σκέψη επιτρέπει στον αθλητή να επιλέγει την κατάλληλη ενέργεια ανάλογα με τις συνθήκες, ενώ η αντίληψη της απόστασης τον βοηθά να διαχειρίζεται σωστά τη θέση του σε σχέση με τον αντίπαλο. Ο χρονισμός αφορά την επιλογή της κατάλληλης στιγμής για την εκτέλεση μιας ενέργειας, ενώ η αντίδραση σε ερεθίσματα συνδέεται με τη γρήγορη αναγνώριση και αντιμετώπιση αγωνιστικών καταστάσεων. Η ανάγνωση του αντιπάλου επιτρέπει την αναγνώριση των συνηθειών και των αγωνιστικών του επιλογών, ενώ η αγωνιστική στρατηγική οργανώνει όλα τα παραπάνω μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλάνο. Εδώ ο προπονητής δεν περιορίζεται στη διδασκαλία κινήσεων, αλλά βοηθά τον αθλητή να κατανοήσει πότε, πώς και γιατί πρέπει να χρησιμοποιεί όσα έχει μάθει.

Αγωνιστική προετοιμασία και απόδοση

Η διαχείριση του αγωνιστικού ρυθμού αφορά τον έλεγχο της έντασης και των μεταβολών του ρυθμού κατά τη διάρκεια του αγώνα, ενώ η αγωνιστική προσαρμοστικότητα επιτρέπει στον αθλητή να ανταποκρίνεται στις αλλαγές των συνθηκών. Η εξειδικευμένη αγωνιστική προετοιμασία περιλαμβάνει τον σχεδιασμό των προπονητικών φορτίων, την κατάλληλη αποκατάσταση και την πρόληψη τραυματισμών, ενώ η αξιολόγηση και η βελτίωση της απόδοσης βασίζονται στην παρακολούθηση της εξέλιξης και στον καθορισμό κατάλληλων αθλητικών στόχων. Όλα αυτά προϋποθέτουν μια οργανωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, η οποία δεν αντιμετωπίζει τον αθλητή ως μια μηχανή παραγωγής αποτελεσμάτων, αλλά ως έναν άνθρωπο με συγκεκριμένες δυνατότητες, ανάγκες και όρια.

Όλα αυτά απαιτούν πραγματική γνώση. Απαιτούν παρατήρηση, ανάλυση, μελέτη, εμπειρία και διαρκή εξέλιξη. Και εδώ γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα.

Ακόμη κι αν ένας προπονητής γνωρίζει άριστα όλα τα παραπάνω, αρκούν για να αναλάβει την ανάπτυξη ενός παιδιού;

Κατά τη δική μου άποψη, όχι.

Δύο ρόλοι που πρέπει να συναντηθούν

Για να αποτυπωθεί πιο καθαρά αυτή η διάκριση, αρκεί να τοποθετήσουμε δίπλα δίπλα τις βασικές προτεραιότητες των δύο ρόλων.

Ο εκπαιδευτής καλλιεργεί Ο προπονητής αναπτύσσει

Τον χαρακτήρα Τις αθλητικές ικανότητες

Την αυτοεκτίμηση Την αγωνιστική απόδοση

Τον σεβασμό Την τεχνική κατάρτιση

Την ενσυναίσθηση Την τακτική αντίληψη

Τον συναισθηματικό αυτοέλεγχο Τον κινητικό έλεγχο

Την υπευθυνότητα Την αγωνιστική στρατηγική

Την προσωπική ανθεκτικότητα Τη φυσική και αγωνιστική προσαρμογή

Τη στάση απέναντι στη ζωή Την προετοιμασία για το άθλημα

Ο εκπαιδευτής προετοιμάζει το παιδί να αντιμετωπίσει τη ζωή. Ο προπονητής προετοιμάζει τον αθλητή να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αθλήματος.

Όταν καταφέρνεις να συνδυάζεις ουσιαστικά και τις δύο ιδιότητες, δεν αναπτύσσεις απλώς έναν ικανό αθλητή. Συμβάλλεις στην ανάπτυξη ενός ανθρώπου που μπορεί να αξιοποιήσει τις ικανότητές του με γνώση, κρίση και αξίες.

Ποιος προετοιμάζει το παιδί για την ήττα;

Ας επιστρέψουμε στον αγώνα. Ένας αθλητής έχει προετοιμαστεί σωστά. Έχει δουλέψει την τεχνική του, την τακτική του, τη φυσική του κατάσταση. Έρχεται όμως η στιγμή που χάνει. Απογοητεύεται, θυμώνει και αισθάνεται ότι δεν τα κατάφερε. Ίσως πιστέψει ότι απογοήτευσε τον προπονητή του ή τους γονείς του. Ίσως αρχίσει να αμφισβητεί την αξία του. Τι κάνουμε τότε; Του αναλύουμε απλώς τα λάθη του; Του λέμε ότι πρέπει να δουλέψει περισσότερο; Του επισημαίνουμε ότι δεν ακολούθησε την τακτική που είχαμε σχεδιάσει;

Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά από προπονητική άποψη. Αλλά είναι αρκετά; Πώς θα ακούσει τις οδηγίες μας ένα παιδί που εκείνη τη στιγμή έχει κυριευτεί από την απογοήτευση; Πώς θα αξιολογήσει την απόδοσή του όταν έχει ήδη ταυτίσει την ήττα με την προσωπική του αποτυχία; Πώς θα μας εμπιστευτεί όταν φοβάται περισσότερο τη δική μας αντίδραση από το ίδιο το αποτέλεσμα;

Η συναισθηματική ασφάλεια, η εμπιστοσύνη και η ικανότητα διαχείρισης της αποτυχίας δεν είναι ασήμαντες λεπτομέρειες γύρω από την προπόνηση. Είναι προϋποθέσεις που μπορούν να υποστηρίξουν και την αθλητική ανάπτυξη. Ένας αθλητής δεν είναι ένα σώμα που εκτελεί εντολές. Είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται, αισθάνεται, φοβάται, ελπίζει και προσπαθεί.

Πίσω από κάθε τεχνική υπάρχει ένας άνθρωπος. Και πριν αξιολογήσουμε την τεχνική, οφείλουμε να μην ξεχάσουμε τον άνθρωπο.

Το δυσκολότερο μάθημα είναι αυτό που δίνουμε στον εαυτό μας

Έχουμε μάθει να μιλάμε στα παιδιά για αυτοέλεγχο. Αλλά πόσο συχνά ελέγχουμε τον δικό μας θυμό; Μιλάμε για υπευθυνότητα. Αλλά πόσο εύκολα παραδεχόμαστε τα δικά μας λάθη; Μιλάμε για ταπεινότητα. Αλλά πόσο πρόθυμοι είμαστε να δεχτούμε ότι κάποιος άλλος γνωρίζει περισσότερα από εμάς; Μιλάμε για σεβασμό. Αλλά πώς αντιδρούμε όταν ένα παιδί δυσκολεύεται, διαφωνεί ή χρειάζεται περισσότερο χρόνο;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα μόνο για τους άλλους. Είναι ερωτήματα που οφείλω να θέτω και στον εαυτό μου. Δεν πιστεύω ότι ο καλός εκπαιδευτής είναι ένας τέλειος άνθρωπος. Κανείς μας δεν είναι. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να είναι ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει τις αδυναμίες του και προσπαθεί συνειδητά να βελτιώνεται. Ένας άνθρωπος που ξέρει να ζητά συγγνώμη όταν κάνει λάθος, που δεν αισθάνεται ότι μειώνεται η αυθεντία του όταν αναγνωρίζει μια αδικία, που δεν θεωρεί τη φωνή και την αυστηρότητα απόδειξη δύναμης και που μπορεί να βάζει όρια χωρίς να πληγώνει την αξιοπρέπεια ενός παιδιού.

Ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει πότε ένα πρόβλημα ξεπερνά τις γνώσεις και τις αρμοδιότητές του και χρειάζεται τη συνεργασία της οικογένειας ή ενός κατάλληλου ειδικού. Γιατί η παιδαγωγική ευθύνη δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε τα πάντα. Σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τα όριά μας.

Δεν αρκεί να έχεις μάθει να διδάσκεις. Πρέπει να συνεχίζεις να εκπαιδεύεις και τον ίδιο σου τον εαυτό.

Η γνώση δεν μπορεί να σταματά στην ημέρα της πιστοποίησης

Οι εποχές αλλάζουν, η επιστημονική γνώση εξελίσσεται, οι μέθοδοι προπόνησης βελτιώνονται, οι ανάγκες των παιδιών μεταβάλλονται και η κατανόησή μας γύρω από τη μάθηση, την ανάπτυξη και την παιδική ψυχολογία διευρύνεται. Πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε ότι οι γνώσεις που αποκτήσαμε κάποτε επαρκούν για ολόκληρη την επαγγελματική μας πορεία; Πώς μπορούμε να απαιτούμε από τους αθλητές μας να εξελίσσονται, όταν εμείς έχουμε σταματήσει να εξελισσόμαστε;

Η εμπειρία είναι πολύτιμη. Δεν αρκεί όμως να μετράμε τα χρόνια που βρισκόμαστε μέσα σε ένα dojo. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι έχουμε μάθει μέσα από αυτά τα χρόνια. Πόσο έχουμε βελτιώσει τον τρόπο διδασκαλίας μας; Πόσα λάθη έχουμε αναγνωρίσει; Πόσο καλύτερα κατανοούμε σήμερα ένα παιδί σε σχέση με το παρελθόν; Η συνεχής επιμόρφωση δεν είναι πολυτέλεια ούτε απλώς ένα ακόμη πιστοποιητικό στον τοίχο. Είναι επαγγελματική και ηθική ευθύνη. Και αφορά τόσο την προπονητική επιστήμη όσο και την παιδαγωγική προσέγγιση.

Όταν οι ανάγκες της σχολής συναντούν τις ανάγκες του παιδιού

Γνωρίζω πολύ καλά ότι η λειτουργία μιας σχολής ή ενός αθλητικού συλλόγου έχει πραγματικές απαιτήσεις. Υψηλά ενοίκια, πάγια έξοδα, αμοιβές συνεργατών, εξοπλισμός, συντήρηση εγκαταστάσεων, υποχρεώσεις που δεν σταματούν ποτέ. Όλα αυτά απαιτούν οικονομική οργάνωση και βιωσιμότητα. Και ασφαλώς, κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται ενοχές επειδή επιθυμεί να αμείβεται δίκαια για την εργασία του.

Το ερώτημά μου όμως είναι διαφορετικό.

Μπορούν οι οικονομικές ανάγκες μιας σχολής να γίνουν σημαντικότερες από τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών που φιλοξενεί;

Μπορούμε να αντιμετωπίζουμε κάθε παιδί απλώς ως μια ακόμη συνδρομή; Να πιέζουμε έναν αθλητή να συμμετέχει σε αγώνες χωρίς να είναι έτοιμος; Να παραβλέπουμε τις δυσκολίες ενός παιδιού επειδή απαιτεί περισσότερο χρόνο; Να υποσχόμαστε στους γονείς αξίες που δεν εφαρμόζουμε στην καθημερινή μας πρακτική;

Η οικονομική επιβίωση είναι μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να αγνοούμε. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί άλλοθι για να υποβαθμίζουμε την παιδαγωγική μας ευθύνη. Πιστεύω ότι όταν εργαζόμαστε με συνέπεια, γνώση, ευαισθησία και αφοσίωση, δημιουργούμε σχέσεις εμπιστοσύνης που μπορούν να στηρίξουν και τη μακροχρόνια πορεία της δουλειάς μας. Όχι επειδή υπάρχει κάποιος νόμος που εγγυάται ότι όλα θα μας επιστραφούν, αλλά επειδή η εμπιστοσύνη δεν αγοράζεται με διαφημιστικά μηνύματα. Χτίζεται καθημερινά μέσα από τις πράξεις μας.

Μια σκέψη προς τους γονείς

Έχω αναφέρει πολλές φορές ότι όταν ένας γονέας επιλέγει μια δραστηριότητα για το παιδί του, θεωρώ σημαντικό να μην περιορίζεται στις εγκαταστάσεις, στο πρόγραμμα, στις επιτυχίες ή στα μετάλλια του συλλόγου. Να προσπαθήσει να γνωρίσει τον άνθρωπο που θα αναλάβει το παιδί του και να παρατηρήσει πώς μιλά στα παιδιά, πώς αντιμετωπίζει ένα παιδί που δυσκολεύεται, πώς αντιδρά όταν κάποιο κάνει λάθος, αν ενθαρρύνει ή αν δημιουργεί φόβο, αν διορθώνει τη συμπεριφορά χωρίς να προσβάλλει την προσωπικότητα και αν ακούει πραγματικά τα παιδιά ή αν απαιτεί απλώς να τον ακούν.

Να παρατηρήσει αν βλέπει μπροστά του διαφορετικές προσωπικότητες ή αν αντιμετωπίζει όλα τα παιδιά με έναν μηχανικό τρόπο, αν ενδιαφέρεται μόνο για τους αθλητές που διακρίνονται ή αν δίνει ουσιαστική προσοχή και σε εκείνους που δυσκολεύονται περισσότερο. Γιατί ένας αθλητικός σύλλογος δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά από τους πρωταθλητές που αναδεικνύει. Πρέπει να μας ενδιαφέρει και τι συμβαίνει με όλα τα υπόλοιπα παιδιά, με εκείνο που δεν θα κατακτήσει ποτέ μετάλλιο, με εκείνο που χρειάζεται περισσότερο χρόνο, με εκείνο που έρχεται στην προπόνηση αναζητώντας μια θέση όπου θα αισθανθεί ότι το αποδέχονται και με εκείνο που μπορεί να μην γίνει ποτέ πρωταθλητής, αλλά ίσως μέσα από αυτή τη δραστηριότητα να αναπτύξει μια διαφορετική σχέση με τον εαυτό του.

Δεν έχουν όλα τα παιδιά την ανάγκη να γίνουν πρωταθλητές. Όλα όμως έχουν ανάγκη να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια, ασφάλεια και σεβασμό.

Το καράτε δεν περιορίζεται μέσα στο dojo

Για μένα το καράτε δεν είναι μόνο γροθιές και κλωτσιές. Δεν είναι μόνο τεχνικές, εξετάσεις, ζώνες, αγώνες και μετάλλια. Όλα αυτά αποτελούν σημαντικά στοιχεία του αθλήματος και της πολεμικής τέχνης. Αλλά το βαθύτερο νόημά του δεν εξαντλείται εκεί.

Το καράτε συνεχίζεται όταν τελειώνει η προπόνηση, στον τρόπο που μιλάμε στους ανθρώπους, στον τρόπο που διαχειριζόμαστε μια αδικία, στη συμπεριφορά μας όταν κάποιος μας προσβάλλει, στην αντίδρασή μας απέναντι στην αποτυχία, στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις φοβίες και τις ανασφάλειές μας, στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε ότι δεν φταίνε πάντοτε οι άλλοι για όσα συμβαίνουν στη ζωή μας και, κυρίως, στην απόφαση να αναλαμβάνουμε την ευθύνη όσων μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε.

Υπάρχει μια σκέψη που θεωρώ ότι εκφράζει βαθιά τη φιλοσοφία του καράτε.

Η μεγαλύτερη νίκη είναι πολλές φορές εκείνη που κατακτάς χωρίς να χρειαστεί να δώσεις μάχη.

Να έχεις τη δύναμη να αντιδράσεις, αλλά να επιλέγεις συνειδητά να μη χρησιμοποιήσεις τη βία. Να μπορείς να απαντήσεις στον θυμό με θυμό, αλλά να επιλέγεις να μη γίνεις όμηρός του. Να μπορείς να επιβληθείς και να επιλέγεις τον διάλογο. Να αντιμετωπίζεις μια πρόκληση χωρίς να αισθάνεσαι ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις την αξία σου.

Και αυτή η μάχη δεν αφορά μόνο τον αντίπαλο που βρίσκεται απέναντί μας. Αφορά πρωτίστως τον άνθρωπο που υπάρχει μέσα μας, τους φόβους μας, τον εγωισμό μας, την ανάγκη μας να έχουμε πάντοτε δίκιο, την ανασφάλεια που μπορεί να μας κάνει επιθετικούς, τον θυμό που κάποιες φορές μας εμποδίζει να σκεφτούμε καθαρά και τις πεποιθήσεις που μας κρατούν εγκλωβισμένους. Εκεί βρίσκεται για μένα μία από τις σημαντικότερες εφαρμογές του καράτε. Όχι στο πόσο δυνατά μπορούμε να χτυπήσουμε, αλλά στο πόσο συνειδητά μπορούμε να επιλέξουμε τη συμπεριφορά μας.

Το μεγαλύτερο χρέος μας δεν φαίνεται στον πίνακα των μεταλλίων

Ας αναρωτηθούμε κάτι ακόμη. Τι θα συμβεί όταν ένας αθλητής σταματήσει το καράτε; Όταν μεγαλώσει, ολοκληρώσει τις σπουδές του, δημιουργήσει οικογένεια, ακολουθήσει το επάγγελμά του και αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής; Πόσες από τις τεχνικές που διδάχθηκε θα χρησιμοποιεί καθημερινά; Πόση σημασία θα έχουν τότε τα μετάλλια που κάποτε κατέκτησε;

Ασφαλώς οι αθλητικές του εμπειρίες μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής του. Αλλά θα ήθελα να πιστεύω ότι θα του έχει μείνει κάτι βαθύτερο, η ικανότητα να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, η συνήθεια να προσπαθεί, ο σεβασμός προς τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του, η δυνατότητα να αποδέχεται μια αποτυχία χωρίς να καταρρέει, η δύναμη να υπερασπίζεται τις αξίες του χωρίς να προσβάλλει τις αξίες των άλλων, η ικανότητα να ζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται και η συνειδητοποίηση ότι η προσωπική του εξέλιξη δεν τελειώνει ποτέ.

Αν ως εκπαιδευτές έχουμε συμβάλει έστω και λίγο σε όλα αυτά, τότε έχουμε προσφέρει κάτι που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός αθλητικού αποτελέσματος. Κάτι που δεν αποτυπώνεται σε ένα κύπελλο, δεν μετριέται με ένα μετάλλιο και δεν αξιολογείται με το χρώμα μιας ζώνης. Και ίσως να μην το μάθουμε ποτέ.

Γιατί μπορεί κάποτε, πολλά χρόνια αργότερα, ένα παιδί που εκπαιδεύσαμε να βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση, να θυμηθεί έναν τρόπο σκέψης, μια στάση, μια πράξη που είχε παρατηρήσει μέσα στο dojo και να επιλέξει διαφορετικά. Ίσως τότε να έχει πραγματοποιηθεί ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που προσπαθήσαμε να του μεταδώσουμε, χωρίς να είμαστε καν παρόντες.

Τελικά, τι άνθρωπο θέλεις να αφήσεις πίσω σου;

Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις για να διαχωρίσω τους καλούς από τους κακούς επαγγελματίες. Ούτε για να υποστηρίξω ότι εγώ έχω κατακτήσει όλα όσα περιγράφω. Γράφω γιατί πιστεύω ότι όσοι εργαζόμαστε με παιδιά έχουμε χρέος να προβληματιζόμαστε διαρκώς για το αποτύπωμα που αφήνουμε, να αμφισβητούμε τον τρόπο που διδάσκουμε και να μην κρυβόμαστε πίσω από τίτλους, πιστοποιήσεις, χρόνια εμπειρίας ή αγωνιστικές διακρίσεις.

Όλα αυτά έχουν την αξία τους. Αλλά κανένα δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη παιδαγωγικής επάρκειας.

Το να είσαι καλός προπονητής είναι δύσκολο. Το να είσαι ουσιαστικός εκπαιδευτής είναι μια ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη. Και το να συνδυάζεις και τις δύο ιδιότητες απαιτεί κάτι περισσότερο από γνώση. Απαιτεί διαρκή αυτοβελτίωση, συνέπεια, ενσυναίσθηση, υπομονή, ευαισθησία, προσωπική καλλιέργεια και πραγματικό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο.

Δεν αρκεί να γνωρίζεις τι πρέπει να διδάξεις. Πρέπει να γνωρίζεις σε ποιον το διδάσκεις, γιατί το διδάσκεις και με ποιον τρόπο οι πράξεις σου επηρεάζουν την εξέλιξή του. Και πάνω απ’ όλα, οφείλεις να προσπαθείς να εφαρμόζεις στη δική σου ζωή τις αξίες που επιθυμείς να μεταδώσεις.

Γιατί το καράτε, στη βαθύτερη φιλοσοφία του, δεν είναι απλώς ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε έναν αντίπαλο. Είναι ένας δρόμος μέσα από τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας, να καταλάβουμε πώς σκεφτόμαστε, πώς αισθανόμαστε, πώς αντιδρούμε, πώς επικοινωνούμε και τελικά πώς επιλέγουμε να ζήσουμε.

Δεν υπάρχει λόγος να αφιερώσουμε μια ολόκληρη ζωή μαθαίνοντας μόνο πώς να νικάμε τους άλλους, αν δεν μάθουμε ποτέ πώς να διαχειριζόμαστε τον εαυτό μας.

Γιατί η ζωή είναι μόνο μία. Και αξίζει να τη ζήσουμε με περισσότερη επίγνωση, περισσότερη ανθρωπιά και περισσότερη ουσία.

Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα σταθείς μπροστά σε ένα παιδί για να του διδάξεις καράτε, πριν αναρωτηθείς τι τεχνική πρέπει να μάθει σήμερα, σκέψου και κάτι ακόμη.

Τι άνθρωπο βοηθώ να διαμορφωθεί μέσα από τον τρόπο που του συμπεριφέρομαι;

Και όταν τελειώσει η προπόνηση, όταν βγάλει τη στολή του και φύγει από το dojo, τι θα έχει πάρει πραγματικά μαζί του;

Μόνο μια καλύτερη τεχνική;

Ή και κάτι που θα το συνοδεύει στη ζωή του;

Εσύ, τελικά, τι είσαι;

Προπονητής ή εκπαιδευτής;

Ή έχεις αναλάβει συνειδητά το χρέος να γίνεις και τα δύο;

Γιατί μπορείς να διδάξεις σε ένα παιδί πώς να κερδίζει έναν αγώνα.

Το μεγαλύτερο όμως έργο σου είναι να το βοηθήσεις να μάθει να μη χάνει τον εαυτό του.

Τριαντάφυλλος Βασίλης

Προπονητής Καράτε αναγνωρισμένος από την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και την Παγκόσμια Ομοσπονδία Καράτε (W.K.F), Προπονητής Ειδικής Αγωγής με ειδίκευση στα παιδιά.

Κοινοποίηση :

Facebook
WhatsApp
X
Threads