Όταν η φήμη γίνεται αλήθεια

Τα τρία φίλτρα της σκέψης

Τα τρία φίλτρα του Σωκράτη στην εποχή της παραπληροφόρησης

«Λένε ότι…»

Πόσες φορές έχουμε ακούσει μια συζήτηση να ξεκινά με αυτές τις δύο λέξεις;

«Λένε ότι μας κρύβουν πράγματα.»

«Λένε ότι κάποιοι θέλουν το κακό μας.»

«Λένε ότι όλα είναι προσχεδιασμένα.»

«Λένε ότι μας ψεκάζουν.»

«Λένε ότι δεν θέλουν να ξέρουμε την αλήθεια.»

Και σχεδόν πάντα υπάρχει μια λέξη που απουσιάζει από τη συζήτηση:

Ποιοι;

Ποιοι ακριβώς «λένε»;

Ποιοι είναι «αυτοί» που μας κρύβουν την αλήθεια;

Ποιοι είναι εκείνοι που θέλουν το κακό μας;

Ποιος το απέδειξε;

Πού υπάρχουν τα στοιχεία;

Και τελικά, πόσα από αυτά που ακούμε καθημερινά τα γνωρίζουμε πραγματικά και πόσα απλώς τα επαναλαμβάνουμε επειδή τα ακούσαμε αρκετές φορές;

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία η πληροφορία ταξιδεύει με εκπληκτική ταχύτητα.

Το ίδιο όμως ταξιδεύει και η παραπληροφόρηση.

Και ίσως ακόμη γρηγορότερα.

Ένα βίντεο, μια φωτογραφία, ένας τίτλος, μια ανάρτηση ή μια φράση που γράφτηκε από έναν άγνωστο άνθρωπο μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπεί σε «γεγονός».

Όχι επειδή αποδείχθηκε.

Αλλά επειδή επαναλήφθηκε.

Κάπου εκεί αξίζει να θυμηθούμε μια παλιά διδακτική ιστορία, γνωστή ως «τα τρία φίλτρα του Σωκράτη».

Η ιστορία αποδίδεται στον Σωκράτη, χωρίς να αποτελεί καταγεγραμμένο περιστατικό στις αρχαίες πηγές. Το μήνυμά της, όμως, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο.

Κάποιος πλησίασε τον Σωκράτη και θέλησε να του μεταφέρει κάτι που είχε ακούσει για έναν άλλον άνθρωπο.

Ο Σωκράτης τον σταμάτησε και τον ρώτησε:

«Πριν μου το πεις, το πέρασες από τα τρία φίλτρα;»

Το πρώτο φίλτρο ήταν η Αλήθεια.

«Είσαι απολύτως βέβαιος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αληθινό;»

Ο άνθρωπος απάντησε πως όχι. Απλώς το είχε ακούσει.

Το δεύτερο φίλτρο ήταν το Καλό.

«Αυτό που θέλεις να μου πεις είναι κάτι καλό;»

Και πάλι η απάντηση ήταν όχι.

Το τρίτο φίλτρο ήταν η Χρησιμότητα.

«Αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι χρήσιμο; Θα μου προσφέρει κάτι ουσιαστικό;»

Και για τρίτη φορά η απάντηση ήταν αρνητική.

Τότε, σύμφωνα με την ιστορία, ο Σωκράτης αναρωτήθηκε:

Αν δεν γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια, αν δεν είναι καλό και αν δεν είναι χρήσιμο, τότε γιατί να μου το πεις;

Ίσως αυτή η μικρή ιστορία να είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Το πρώτο φίλτρο: Είναι αλήθεια;

Αυτό είναι ίσως και το δυσκολότερο.

Γιατί άλλο είναι να γνωρίζω κάτι και άλλο να πιστεύω ότι το γνωρίζω.

Άλλο είναι η πληροφορία και άλλο η υπόθεση.

Άλλο το γεγονός και άλλο η ερμηνεία.

Κι όμως, πολλές φορές τα μπερδεύουμε.

Ακούμε:

«Μας κρύβουν την αλήθεια.»

Ρώτησε:

Ποιοι;

«Κάποιοι αποφασίζουν για εμάς.»

Ποιοι συγκεκριμένα;

«Το διάβασα.»

Πού;

«Υπάρχουν έρευνες.»

Ποιες έρευνες;

«Το ξέρουν όλοι.»

Ποιοι είναι όλοι;

«Το είπε κάποιος που γνωρίζει.»

Ποιος είναι αυτός και πώς γνωρίζει;

Οι ερωτήσεις αυτές δεν είναι ειρωνικές.

Δεν είναι επίθεση.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένας άνθρωπος που επιλέγει να σκέφτεται πριν πιστέψει.

Η αμφισβήτηση δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις τα πάντα.

Σημαίνει ότι δεν αποδέχεσαι τα πάντα χωρίς έλεγχο.

Υπάρχει τεράστια διαφορά.

Το να έχει κάποιος κριτική σκέψη δεν σημαίνει ότι λέει συνεχώς «δεν πιστεύω τίποτα».

Σημαίνει ότι λέει:

«Θέλω να γνωρίζω γιατί το πιστεύω.»

Το «κάπου το άκουσα» δεν είναι γνώση

Υπάρχει μια φράση που χρησιμοποιούμε συχνά για να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από την ευθύνη:

«Εγώ απλώς το άκουσα.»

Ναι.

Αλλά από τη στιγμή που το επαναλαμβάνεις, δεν είσαι πλέον απλώς αυτός που το άκουσε.

Γίνεσαι αυτός που το μεταδίδει.

Και αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.

Κάθε πληροφορία που περνά από εμάς προς έναν άλλον άνθρωπο κουβαλά πλέον και ένα μέρος της δικής μας ευθύνης.

Δεν αρκεί λοιπόν να πούμε:

«Δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά…»

Και αμέσως μετά να αναπαράγουμε μια κατηγορία, μια φήμη ή μια θεωρία.

Το «δεν ξέρω αν είναι αλήθεια» δεν μας απαλλάσσει όταν στη συνέχεια το παρουσιάζουμε σε άλλους.

Αντίθετα, θα έπρεπε να είναι ο λόγος για να σταματήσουμε εκεί.

Το δεύτερο φίλτρο: Είναι καλό;

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο προσωπικά.

Γιατί πολλές φορές η πληροφορία δεν μεταδίδεται επειδή είναι σημαντική.

Μεταδίδεται επειδή είναι εντυπωσιακή.

Επειδή προκαλεί φόβο.

Επειδή προκαλεί θυμό.

Επειδή μας κάνει να νιώθουμε ότι γνωρίζουμε κάτι που οι άλλοι αγνοούν.

Ή, ακόμη χειρότερα, επειδή αφορά κάποιον άλλον.

Έναν γνωστό.

Έναν φίλο.

Έναν συνεργάτη.

Έναν γονέα.

Έναν προπονητή.

Έναν αθλητή.

Έναν άνθρωπο που δεν βρίσκεται εκεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Πόσες φορές μια ανθρώπινη υπόληψη τραυματίστηκε από μια φράση που ξεκίνησε με:

«Δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά άκουσα ότι…»

Το δεύτερο φίλτρο δεν μας ζητά να κρύβουμε την αλήθεια όταν υπάρχει κάτι σοβαρό που πρέπει να ειπωθεί.

Μας ζητά να αναρωτηθούμε:

Γιατί θέλω να το πω;

Για να προστατεύσω;

Για να βοηθήσω;

Για να λύσω ένα πρόβλημα;

Ή απλώς για να μεταφέρω κάτι αρνητικό;

Το κίνητρο έχει σημασία.

Το τρίτο φίλτρο: Είναι χρήσιμο;

Κάτι μπορεί να είναι αληθινό και παρ’ όλα αυτά να μην υπάρχει κανένας λόγος να ειπωθεί.

Δεν χρειάζεται κάθε πληροφορία να γίνει κουβέντα.

Δεν χρειάζεται κάθε γνώμη να γίνει ανάρτηση.

Δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να γίνει δημόσια δήλωση.

Και κυρίως, δεν χρειάζεται κάθε φόβος να μετατρέπεται σε «είδηση».

Η χρησιμότητα είναι ένα εξαιρετικά δυνατό φίλτρο.

Ρώτησε τον εαυτό σου:

Τι θα αλλάξει προς το καλύτερο αν το πω;

Θα βοηθήσω κάποιον;

Θα προστατεύσω κάποιον;

Θα προσφέρω γνώση;

Θα οδηγήσω σε λύση;

Ή απλώς θα δημιουργήσω περισσότερο φόβο, θυμό και σύγχυση;

Είναι εντυπωσιακό πόσες συζητήσεις θα τελείωναν πριν καν ξεκινήσουν, αν θέταμε αυτή την απλή ερώτηση.

Η εποχή των social media έκανε όλους μας «μεταδότες»

Κάποτε, για να μεταδοθεί δημόσια μια πληροφορία, έπρεπε να περάσει από μια εφημερίδα, ένα ραδιόφωνο ή έναν τηλεοπτικό σταθμό.

Σήμερα χρειάζεται ένα κινητό τηλέφωνο.

Ένα πάτημα.

Κοινοποίηση.

Και τελείωσε.

Ή μάλλον, τότε αρχίζει.

Γιατί αυτό που κοινοποιήσαμε μπορεί να φτάσει σε εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους.

Το γεγονός ότι κάτι εμφανίζεται μπροστά μας στην οθόνη δεν το κάνει αληθινό.

Το γεγονός ότι έχει χιλιάδες κοινοποιήσεις δεν το κάνει αληθινό.

Το γεγονός ότι κάποιος μιλά με βεβαιότητα δεν σημαίνει ότι γνωρίζει.

Η αυτοπεποίθηση με την οποία εκφέρεται μια άποψη δεν αποτελεί απόδειξη της ορθότητάς της.

Και ίσως αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.

Οι πιο βέβαιες φωνές ακούγονται συχνά περισσότερο από τις πιο τεκμηριωμένες.

«Μας ψεκάζουν»

Ας πάρουμε μια χαρακτηριστική φράση.

«Μας ψεκάζουν.»

Πριν γελάσουμε ή πριν συμφωνήσουμε, μπορούμε απλώς να ρωτήσουμε:

Ποιος μας ψεκάζει;

Με τι;

Για ποιον λόγο;

Ποια είναι η απόδειξη;

Ποιος το επιβεβαίωσε;

Υπάρχει αξιόπιστη πηγή;

Μπορεί η πληροφορία να ελεγχθεί;

Η ουσία δεν είναι η συγκεκριμένη θεωρία.

Η ουσία είναι ο τρόπος σκέψης.

Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί παντού.

«Θέλουν να μας ελέγξουν.»

Ποιοι;

«Δεν θέλουν να πετύχουμε.»

Ποιοι;

«Όλοι μιλούν.»

Ποιοι είναι όλοι;

«Κάτι κρύβεται από πίσω.»

Τι ακριβώς;

Όταν μια πρόταση δεν μπορεί να αντέξει ούτε μία απλή ερώτηση, ίσως δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε ως δεδομένο.

Η γενικότητα είναι ένας βολικός τόπος

Οι λέξεις «κάποιοι», «όλοι», «αυτοί», «λένε» έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα:

Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.

Δεν χρειάζεται να ονομάσεις πηγή.

Δεν χρειάζεται να πάρεις ευθύνη.

Μπορείς να αφήσεις μια υπόνοια να αιωρείται και ο καθένας να τη συμπληρώσει με τον φόβο ή την καχυποψία του.

Όμως η ώριμη σκέψη απαιτεί κάτι περισσότερο.

Απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία.

Απαιτεί επιχειρήματα.

Και κυρίως απαιτεί το θάρρος να πούμε:

«Δεν γνωρίζω.»

Αυτές οι δύο λέξεις δεν είναι ένδειξη αδυναμίας.

Είναι ένδειξη πνευματικής ωριμότητας.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι να μη γνωρίζεις.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν γνωρίζεις, αλλά μιλάς σαν να γνωρίζεις.

Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα

Κριτική σκέψη δεν σημαίνει κοινή γνώμη.

Δύο άνθρωποι μπορούν να εξετάσουν τα ίδια στοιχεία και να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Αυτό είναι θεμιτό.

Ο διάλογος δεν απαιτεί συμφωνία.

Απαιτεί όμως ειλικρίνεια.

Απαιτεί να ξεχωρίζουμε το:

«Αυτό γνωρίζω»

από το:

«Αυτό πιστεύω».

Το:

«Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν…»

από το:

«Εγώ αισθάνομαι ότι…»

Και το:

«Δεν γνωρίζω»

από το:

«Σίγουρα συμβαίνει έτσι».

Αν μπορούσαμε να κάνουμε μόνο αυτή τη διάκριση, ο δημόσιος διάλογος θα ήταν ήδη πολύ διαφορετικός.

Πρώτα να αμφισβητούμε τον ίδιο μας τον εαυτό

Είναι εύκολο να χρησιμοποιήσουμε τα τρία φίλτρα για να κρίνουμε τους άλλους.

Το δύσκολο είναι να τα χρησιμοποιήσουμε για τον εαυτό μας.

Γιατί όλοι έχουμε πέσει σε αυτή την παγίδα.

Όλοι κάποια στιγμή πιστέψαμε κάτι επειδή ταίριαζε με όσα ήδη πιστεύαμε.

Όλοι μεταφέραμε μια πληροφορία χωρίς να την ελέγξουμε αρκετά.

Όλοι ίσως είπαμε:

«Έτσι έχω ακούσει.»

Γι’ αυτό τα τρία φίλτρα δεν πρέπει να είναι όπλο εναντίον των άλλων.

Πρέπει να είναι καθρέφτης για εμάς.

Πριν απαιτήσουμε από τον άλλον να αποδείξει όσα λέει, ας εξετάσουμε αν κάνουμε εμείς το ίδιο.

Πριν κατηγορήσουμε τους άλλους για παραπληροφόρηση, ας κοιτάξουμε τι κοινοποιούμε.

Πριν χαρακτηρίσουμε κάποιον εύπιστο, ας αναρωτηθούμε πόσες δικές μας απόψεις βασίζονται σε πραγματική γνώση και πόσες σε επανάληψη.

Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο.

Αλλά ίσως εκεί αρχίζει η πραγματική καλλιέργεια του νου.

Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να έχεις πάντα απάντηση

Μας έχουν μάθει ότι πρέπει να έχουμε άποψη για όλα.

Για την πολιτική.

Για την επιστήμη.

Για την υγεία.

Για την οικονομία.

Για την εκπαίδευση.

Για κάθε γεγονός που εμφανίζεται στην επικαιρότητα.

Όμως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τα πάντα.

Και δεν χρειάζεται.

Υπάρχει τεράστια δύναμη στο να μπορείς να πεις:

«Δεν έχω αρκετά στοιχεία για να έχω άποψη.»

Ίσως μάλιστα αυτή να είναι μία από τις πιο ώριμες φράσεις που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε.

Γιατί η σοφία δεν αρχίζει όταν έχουμε όλες τις απαντήσεις.

Αρχίζει όταν καταλαβαίνουμε τα όρια όσων γνωρίζουμε.

Τρία φίλτρα πριν από ένα «share»

Ίσως λοιπόν, πριν από την επόμενη κοινοποίηση, πριν από την επόμενη φήμη, πριν από το επόμενο:

«Να σου πω τι άκουσα…»

να σταματήσουμε για μερικά δευτερόλεπτα.

Και να κάνουμε τρεις ερωτήσεις.

Είναι αλήθεια;

Το γνωρίζω ή απλώς το άκουσα;

Είναι καλό;

Ποια είναι η πρόθεσή μου όταν το μεταφέρω;

Είναι χρήσιμο;

Θα προσφέρει κάτι ή θα προσθέσει απλώς περισσότερο θόρυβο;

Τρεις απλές ερωτήσεις.

Κι όμως, αν πραγματικά τις εφαρμόζαμε, ίσως άλλαζαν πολλές συζητήσεις, πολλές σχέσεις και πολλές από τις πληροφορίες που κυκλοφορούν γύρω μας.

«Λένε…»

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα ακούσεις:

«Λένε ότι…»

μη βιαστείς ούτε να συμφωνήσεις ούτε να διαφωνήσεις.

Κάνε πρώτα μία απλή ερώτηση:

«Ποιοι λένε;»

Και μετά μία δεύτερη:

«Πώς το γνωρίζουμε;»

Δεν χρειάζεται να αποδεχόμαστε το προφανές.

Δεν χρειάζεται όμως ούτε να απορρίπτουμε το προφανές απλώς και μόνο επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι πίσω από όλα υπάρχει κάτι κρυφό.

Χρειάζεται να σκεφτόμαστε.

Να ερευνούμε.

Να αμφισβητούμε.

Να ακούμε.

Να έχουμε τη δύναμη να αλλάζουμε γνώμη όταν τα στοιχεία μάς οδηγούν αλλού.

Και πάνω απ’ όλα, να καταλαβαίνουμε ότι ο λόγος μας έχει βάρος.

Γιατί κάθε φορά που επιλέγουμε να μιλήσουμε, δεν μεταφέρουμε απλώς λέξεις.

Μεταφέρουμε φόβο ή ασφάλεια.

Γνώση ή σύγχυση.

Αλήθεια ή φήμη.

Σεβασμό ή καχυποψία.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι μόνο:

«Τι άκουσα;»

Αλλά:

«Τι επιλέγω να κάνω με αυτό που άκουσα;»

Και εκεί ακριβώς αρχίζει η προσωπική μας ευθύνη.

Πριν μιλήσεις, πριν πιστέψεις, πριν κοινοποιήσεις:

Είναι αληθινό;

Είναι καλό;

Είναι χρήσιμο;

Και αν δεν μπορεί να περάσει ούτε από ένα από αυτά τα φίλτρα, ίσως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι απλώς να το αφήσουμε να σταματήσει σε εμάς.

Τριαντάφυλλος Βασίλης

Προπονητής καράτε αναγνωρισμένος από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και την Παγκόσμια Ομοσπονδία Καράτε (W.K.F), Προπονητής Ειδικής αγωγής με ειδίκευση στα παιδιά.

Κοινοποίηση :

Facebook
WhatsApp
X
Threads